53. Δραπετεύοντας από το κλουβί της οικογένειάς μου
Το 2005, αποδέχτηκα το έργο του Παντοδύναμου Θεού τις έσχατες ημέρες. Μέσα από τις συναθροίσεις και την ανάγνωση των λόγων του Θεού, έμαθα αλήθειες και μυστήρια που δεν είχα ακούσει ποτέ άλλοτε: Έμαθα πώς διαχειρίζεται και σώζει την ανθρωπότητα ο Θεός, τον σκοπό, την αξία και το νόημα της ανθρώπινης ζωής, την έκβαση και τον προορισμό του ανθρώπου. Μέσα από τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού, ξεπέρασα πολλά προβλήματα και δυσκολίες της ζωής μου. Ένιωθα υπέροχα που πίστευα στον Θεό. Όταν, όμως, το έμαθε ο σύζυγός μου, ήταν τελείως αντίθετος στην πίστη μου. Η αστυνομία του ΚΚΚ είχε συλλάβει τον θείο μου εξαιτίας της πίστης του στον Κύριο. Ο σύζυγός μου γνώριζε πως το ΚΚΚ απαγορεύει την πίστη στον Θεό και ανησυχούσε πως θα με συλλάμβαναν, κι έτσι θα έμπλεκε όλη η οικογένεια, οπότε ήταν πολύ αντίθετος στην πίστη μου. Τότε, ήμουν αναπληρώτρια δασκάλα, κι ανησυχούσε πως θα το μάθαιναν και θα με απέλυαν, οπότε με πίεζε πολύ και με εμπόδιζε.
Δεν με άφηνε να διαβάζω τα λόγια του Θεού και να ακούω ύμνους ούτε να πηγαίνω σε συναθροίσεις και να εκπληρώνω το καθήκον μου. Μια φορά, με έπιασε να διαβάζω τα λόγια του Θεού κι έγινε έξω φρενών. Είπε: «Η κυβέρνηση απαγορεύει την πίστη, μα εσύ ακόμα πιστεύεις! Αν σε πιάσει κάποιος από την επιτροπή εκπαίδευσης, θα χάσεις τη δουλειά σου και θα σε στείλουν και φυλακή. Δεν έχω λεφτά για την εγγύηση, οπότε παράτα την πίστη πριν να είναι πολύ αργά!» Κατόπιν, καθώς συνέχισα να πιστεύω, με απείλησε λέγοντας: «Όσο ζω και αναπνέω, μη διανοηθείς να ασκείς την πίστη σου!» Όταν τον άκουσα, έχασα την αποφασιστικότητά μου. Σκέφτηκα: «Δεν με αφήνει με τίποτα να ασκώ την πίστη μου, μα εγώ επιμένω να πιστεύω. Τι θα μου κάνει, λοιπόν;» Εκείνη τη στιγμή, σκέφτηκα κάποια λόγια του Θεού: «Πρέπει να έχεις μέσα σου το θάρρος Μου και πρέπει να έχεις αρχές όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με άπιστους συγγενείς. Ωστόσο, για χάρη Μου, δεν πρέπει να υποχωρείς σε καμία από τις σκοτεινές δυνάμεις. Πρέπει να βασίζεσαι στη σοφία Μου για να βαδίζεις στην τέλεια οδό και να μην επιτρέπεις να πετύχουν οι σκευωρίες του Σατανά. Κάνε ό,τι μπορείς για να εναποθέσεις την καρδιά σου ενώπιόν Μου και Εγώ θα σε παρηγορήσω και θα προσφέρω γαλήνη και χαρά στην καρδιά σου» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Ομιλίες του Χριστού στην αρχή, Κεφάλαιο 10). Τα λόγια του Θεού μού έδωσαν μεγάλο κίνητρο. Σκέφτηκα πως ο σύζυγός μου είχε παραπλανηθεί από το ΚΚΚ, φτάνοντας στο σημείο να με απειλήσει, για να με αναγκάσει να εγκαταλείψω την πίστη μου. Επιφανειακά, φαινόταν ότι ο σύζυγός μου με δίωκε και με εμπόδιζε από το να ακολουθήσω τον Θεό, αλλά στην πραγματικότητα, κρυβόταν από πίσω το τέχνασμα του Σατανά, που προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει τον διωγμό απ’ τον σύζυγό μου για να με κάνει να προδώσω τον Θεό και να χάσω τη σωτηρία Του. Δεν έπρεπε να πέσω θύμα της πλεκτάνης του Σατανά. Πίστευα πως εφόσον στηριζόμουν στον Θεό κι έπραττα βάσει του λόγου Του, θα με καθοδηγούσε να ξεπεράσω την καταπίεση του συζύγου μου. Έπειτα, έκρυψα τα βιβλία των λόγων του Θεού και μόνο όταν έλειπε τα διάβαζα, πήγαινα σε συναθροίσεις και διέδιδα το ευαγγέλιο. Δεν ήταν παρά τον Ιούλιο του 2008, που ο σύζυγός μου έμαθε ότι ασκούσα ακόμα την πίστη κι έκανα το καθήκον μου, κι έγινε πυρ και μανία. Έκανε άνω κάτω το σπίτι ψάχνοντας τα βιβλία των λόγων του Θεού και τη συσκευή στην οποία άκουγα ύμνους. Τη συσκευή την ποδοπάτησε. Την έκανε κομμάτια. Για να μην ασκώ την πίστη, πήρε άδεια από την καλοπληρωμένη του δουλειά, για να επιβλέπει όλη μέρα τι έκανα στο σπίτι. Δεν μπορούσα να πηγαίνω σε συναθροίσεις, βασανιζόμουν, κι έτσι βρήκα την ευκαιρία να πάω να βρω τους αδελφούς και τις αδελφές μου. Προς έκπληξή μου, μας κατέδωσε στην αστυνομία. Για καλή μας τύχη, δεν βρήκαν βιβλία των λόγων του Θεού ούτε άλλες αποδείξεις, οπότε δεν μας συνέλαβαν. Αργότερα, όταν έμαθε ότι το σπίτι της γειτόνισσάς μου ήταν χώρος συναθροίσεων, έβγαλε φωτογραφίες των αδελφών που συναθροίζονταν και απείλησε να τους καταδώσει. Ως αποτέλεσμα, εκείνοι σταμάτησαν να συναθροίζονται εκεί. Όποτε με έπιανε να επικοινωνώ με αδελφούς και αδελφές, είτε με χτυπούσε είτε με κατσάδιαζε. Με ξυλοκόπησε αμέτρητες φορές, και άκουγα ένα βουητό στο αυτί, που έκανε μήνες να περάσει. Εκείνο τον καιρό, συχνά σιγοτραγουδούσα αυτόν τον ύμνο, «Επιθυμώ να δω την ημέρα της δόξας του Θεού»: «Με τις αναθέσεις του Θεού στην καρδιά μου, δεν θα γονατίσω ποτέ στον Σατανά. Κι αν σπάσει το κεφάλι μου, κι αν χυθεί το αίμα μου, το θάρρος του λαού του Θεού δεν θα χαθεί. Θα καταθέσω ηχηρή μαρτυρία στον Θεό, και θα ταπεινώσω τους διαβόλους και τον Σατανά. Τον πόνος και τις κακουχίες τις προκαθορίζει ο Θεός· θα είμαι αφοσιωμένος και θα υποταχθώ σ’ Αυτόν μέχρι θανάτου. Ποτέ ξανά δεν θα κάνω τον Θεό να κλάψει και ποτέ ξανά δεν θα Τον κάνω να ανησυχήσει. Θα προσφέρω την αγάπη και την αφοσίωσή μου στον Θεό, και θα ολοκληρώσω την αποστολή μου για να Τον δοξάσω» (Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια). Σκέφτηκα πως μόνο χάρη στην απέραντη αγάπη του Θεού, εγώ, ένα δημιούργημα, είχα την τύχη να ακολουθώ τον Θεό και να σωθώ από Αυτόν. Καλύτερα να πέθαινα παρά να ενέδιδα στον Σατανά. Δεν θα πρόδιδα τον Θεό. Όσο περισσότερο με πίεζε ο σύζυγός μου, τόσο όφειλα να ακολουθώ τον Θεό, να μείνω σταθερή και να ντροπιάσω τον Σατανά. Η εκκλησία ανησυχούσε πως ο σύζυγός μου θα συνέχιζε να με ξυλοκοπά αν πήγαινα σε συναθροίσεις ή έκανα το καθήκον μου, και πως θα κατήγγελλε κι άλλους αδελφούς κι αδελφές, οπότε μου είπαν να διαβάζω απλώς τον λόγο του Θεού στο σπίτι.
Για τα επόμενα τρία χρόνια, διάβαζα στα κρυφά τα λόγια του Θεού μόνο όταν έλειπε ο σύζυγός μου και, πού και πού, με την αδελφή γειτόνισσά μου, συναναστρεφόμασταν και διαδίδαμε το ευαγγέλιο σε φίλους και συγγενείς. Ήμουν περιορισμένη σαν πουλί σε κλουβί. Αναπολούσα τις στιγμές που πέρασα με αδελφούς και αδελφές, όταν συναναστρεφόμασταν επί της αλήθειας και ψάλλαμε ύμνους —εκείνον τον ευτυχισμένο, υπέροχο καιρό! Το έργο του Θεού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας τις έσχατες ημέρες ήταν ευκαιρία ζωής, η οποία θα χανόταν στη στιγμή, οπότε έπρεπε να την αδράξω. Λαχταρούσα την κανονική εκκλησιαστική ζωή, να διαδίδω το ευαγγέλιο, να δίνω μαρτυρία για τον Θεό, μα όλα αυτά είχαν γίνει μάταιες ελπίδες. Ένιωθα τόσο θλιμμένη και λυπημένη, που συχνά πήγαινα κι έκλαιγα μονάχη. Ήθελα να φωνάξω: «Η πίστη στον Θεό είναι το σωστό μονοπάτι. Η επιλογή μου είναι σωστή. Γιατί δεν μου πάνε καλά τα πράγματα;» Τότε, σκέφτηκα κάποια λόγια του Θεού: «Αυτή η γη, που είναι ρυπαρή για χιλιάδες έτη, είναι αφόρητα βρομερή, η μιζέρια βρίθει παντού, φαντάσματα τρέχουν παντού ανεξέλεγκτα, ξεγελούν και εξαπατούν, εγείρουν ανυπόστατες κατηγορίες, χρησιμοποιούν με αδίστακτο τρόπο φαύλα μέσα, ποδοπατούν αυτόν τον στοιχειωμένο τόπο και τον αφήνουν γεμάτο πτώματα. Η δυσωδία από την αποσύνθεση καλύπτει τη γη και διαποτίζει τον αέρα, και φρουρείται αυστηρά. Ποιος μπορεί να δει τον κόσμο πέρα από τους ουρανούς; Ο διάβολος κρατά σφιχτά δεμένο ολόκληρο το κορμί του ανθρώπου, του σκεπάζει και τα δύο μάτια και του σφαλίζει καλά το στόμα. Ο βασιλιάς των δαιμόνων προβαίνει σε βιαιοπραγίες εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια, μέχρι σήμερα, καθώς εξακολουθεί να παρακολουθεί στενά την πόλη-φάντασμα, σαν να ήταν ένα απόρθητο παλάτι δαιμόνων. Εν τω μεταξύ, αυτή η αγέλη από μαντρόσκυλα κοιτάει με αγριωπό βλέμμα, καθώς τρέμει μήπως ο Θεός την πιάσει στον ύπνο και την εξαφανίσει παντελώς, στερώντας της κάθε τόπο ειρήνης και ευτυχίας. Πώς θα μπορούσαν οι κάτοικοι μιας πόλης-φαντάσματος σαν κι αυτήν να έχουν δει ποτέ τους τον Θεό; Θα μπορούσαν να απολαύσουν ποτέ τη στοργή και την ομορφιά του Θεού; Θα μπορούσαν να κατανοήσουν ποτέ τα ζητήματα του κόσμου των ανθρώπων; Ποιος από αυτούς μπορεί να κατανοήσει τις διακαείς προθέσεις του Θεού; Δεν προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι η ενσάρκωση του Θεού παραμένει εντελώς κρυμμένη: σε μια σκοτεινή κοινωνία σαν κι αυτήν, όπου οι δαίμονες είναι ανελέητοι και απάνθρωποι, πώς θα μπορούσε ο βασιλιάς των δαιμόνων, ο οποίος σκοτώνει ανθρώπους ανενδοίαστα, να ανεχτεί την ύπαρξη ενός Θεού που είναι αξιαγάπητος, ευγενικός, αλλά και άγιος; Πώς θα μπορούσε να χειροκροτεί και να ζητωκραυγάζει για την άφιξη του Θεού; Αυτοί οι λακέδες! Ανταποδίδουν την καλοσύνη με μίσος, άρχισαν να μεταχειρίζονται τον Θεό σαν εχθρό εδώ και πολύ καιρό, Τον κακομεταχειρίζονται, είναι σε ακραίο βαθμό βάναυσοι, δεν έχουν την παραμικρή εκτίμηση για τον Θεό, επιτίθενται και λεηλατούν, έχουν χάσει κάθε ευσυνειδησία και δρουν αντίθετα με τη συνείδηση, ενώ παρασύρουν την αθώα ανθρωπότητα σε λήθαργο. Τι προπάτορες των αρχαίων; Τι πολυαγαπημένοι ηγέτες; Όλοι τους είναι καθάρματα που αντιτίθενται στον Θεό! Η ανάμειξή τους έχει αφήσει τα πάντα κάτω από τους ουρανούς σε μια κατάσταση σκότους και χάους! Ποια θρησκευτική ελευθερία; Ποια νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα των πολιτών; Όλα είναι κόλπα συγκάλυψης του κακού!» [«Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Έργο και είσοδος (8)]. Μέσα από την αποκάλυψη των λόγων Του, διέκρινα την αντίσταση των δαιμόνων του ΚΚΚ στον Θεό. Σκέφτηκα ότι το ΚΚΚ διέδιδε αλόγιστα τον αθεϊσμό, λέγοντας: «Όλα τα πράγματα εξελίχθηκαν φυσικά», «Ο άνθρωπος εξελίχθηκε από τον πίθηκο», «Σωτήρας δεν έχει υπάρξει ποτέ», κτλ. Με παράλογες θεωρίες παραπλανούσε τους ανθρώπους, με στόχο να απαρνηθούν και να προδώσουν τον Θεό, να Του αντισταθούν και, εν τέλει, να καταστραφούν από τον Θεό και να γίνουν τα κτερίσματά του. Τις έσχατες ημέρες, που ο Θεός έχει ενσαρκωθεί για να σώσει την ανθρωπότητα, το ΚΚΚ καταδιώκει μανιωδώς τον Χριστό, και συλλαμβάνει και διώκει αλόγιστα χριστιανούς, για να καταστείλει το έργο του Θεού τις έσχατες ημέρες και να εδραιώσει αθεϊστική κυριαρχία στην Κίνα. Το ΚΚΚ είναι μια δαιμονική λεγεώνα που θεωρεί τον Θεό εχθρό, φονική προσωποποίηση του Σατανά, που αντιστέκεται στον Θεό. Ο λόγος που ο σύζυγός μου με πίεζε και με εμπόδιζε να ασκώ την πίστη μου ήταν η παραπλάνηση που είχε υποστεί από την αθεϊστική φιλοσοφία του ΚΚΚ. Δεν πίστευε στον Θεό και φοβόταν πως θα έμπλεκε αν με συλλάμβανε το ΚΚΚ, και γι’ αυτό εναντιωνόταν σθεναρά στην πίστη μου στον Θεό. Τα βάσανά μου οφείλονταν στο ΚΚΚ, στον διάβολο-βασιλιά. Μισούσα εκείνη τη δαιμονική σέκτα μέχρι το μεδούλι. Από τότε που είχα αρχίσει να πιστεύω στον Θεό, ο σύζυγός μου με καταπίεζε μαζί με το ΚΚΚ, μου απαγόρευε να διαβάζω τα λόγια του Θεού, να πηγαίνω σε συναθροίσεις, να κάνω καθήκον, με ξυλοκόπησε αμέτρητες φορές και, μάλιστα, μας κατήγγειλε στην αστυνομία. Όταν κατάλαβα ότι η φύση του συζύγου μου μισούσε την αλήθεια και τον Θεό, και ότι πάντα θα με καταπίεζε αν προσπαθούσα να ασκήσω την πίστη στο σπίτι, σκέφτηκα πολλές φορές να τον χωρίσω και να φύγω για να ασκήσω την πίστη και να κάνω το καθήκον μου. Όμως, όποτε σκεφτόμουν να φύγω, ανησυχούσα για τον γιο μου. Ήταν έφηβος. Θα ήταν πολύ σκληρό για εκείνον να χάσει τη μαμά του! Στο σπίτι, του διάβαζα ιστορίες της Βίβλου, του μιλούσα για τα λόγια του Θεού και τον έφερνα ενώπιον του Θεού. Αν έφευγα, ποιος θα τον καθοδηγούσε στην πίστη; Όποτε το σκεφτόμουν, ένιωθα πολύ αδύναμη, έχανα το θάρρος να χωρίσω και απλώς υπέμενα σιωπηλά τη ζωή μου στην αιχμαλωσία. Όταν το μαρτύριο γινόταν αβάσταχτο, προσευχόμουν ενώπιον του Θεού και διάβαζα κρυφά τα λόγια Του. Τότε μόνο έβρισκα κάποια παρηγοριά.
Τον Οκτώβρη του 2011, βγήκα στα κρυφά για να πάω σε κάποιες συναθροίσεις. Ο σύζυγός μου απείλησε τους αδελφούς και τις αδελφές πως, αν με δέχονταν, δεν θα ήταν τόσο ευγενικός μαζί τους την επόμενη φορά. Απείλησε κι εμένα, λέγοντας: «Όσο μένεις εδώ, δεν σ’ αφήνω να πιστεύεις στον Θεό! Αν θέλεις να πιστεύεις, τότε να φύγεις από αυτό το σπίτι!» Απογοητεύτηκα οικτρά όταν το είπε αυτό. Για φαντάσου, θα με έδιωχνε απλώς επειδή πίστευα, χωρίς να λογαριάσει όλα τα χρόνια που περάσαμε μαζί. Τότε, σκέφτηκα κάποια λόγια του Θεού: «Γιατί ένας σύζυγος αγαπά τη γυναίκα του; Γιατί μια σύζυγος αγαπά τον άντρα της; Γιατί δείχνουν τα παιδιά ευσέβεια απέναντι στους γονείς τους; Γιατί οι γονείς νοιάζονται βαθιά για τα παιδιά τους; Πού αποσκοπεί η πρόθεση των ανθρώπων; Δεν αποσκοπεί στο να εκπληρώσουν τα δικά τους σχέδια και εγωιστικές επιθυμίες;» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Ο Θεός και ο άνθρωπος θα εισέλθουν στην ανάπαυση μαζί). Τα λόγια του Θεού ήταν απολύτως ρεαλιστικά. Δεν υπάρχει αληθινή αγάπη μεταξύ ανθρώπων. Η αγάπη μεταξύ ενός ζευγαριού βασίζεται στην εικασία αμοιβαίου οφέλους. Προτού πιστέψω στον Θεό, ο σύζυγός μου δεν μου είχε φερθεί ποτέ έτσι. Μα μόλις φοβήθηκε πως θα έμπλεκε αν συλλαμβανόμουν για την πίστη μου στον Θεό, δεν λογάριασε καθόλου όλα τα χρόνια που ήμασταν παντρεμένοι, με δίωξε με κάθε τρόπο, με χτύπησε και με απείλησε πως θα με έδιωχνε από το σπίτι. Η ασπλαχνιά του δεν έδειχνε πως προστάτευε το συμφέρον του; Όταν το κατάλαβα αυτό, σκέφτηκα: «Εφόσον προσπαθεί να με απομακρύνει, καλύτερα να φύγω, να πιστεύω ελεύθερα στον Θεό και να κάνω το καθήκον μου». Αργότερα, ενώ ο γιος μου είχε μάθημα με τη θεία του, πήγα σε μια εκκλησία, περίπου 50 χιλιόμετρα μακριά, και μπορούσα επιτέλους να έχω εκκλησιαστική ζωή και να κάνω το καθήκον μου. Μα ανησυχούσα ακόμη για τον γιο μου. Όποτε είχα ελεύθερο χρόνο ή την περίοδο των εορτών, όταν έβλεπα παιδιά να γυρίζουν στους γονείς τους μετά το σχόλασμα, σκεφτόμουν πόσο λυπημένος πρέπει να ήταν ο γιος μου που δεν ήμουν στο σπίτι και ήθελα να γυρίσω πίσω να τον δω. Όμως, ανησυχούσα ότι ο σύζυγός μου θα με χτυπούσε και θα με μάλωνε, κι έτσι δεν το τολμούσα. Έκλαιγα απλώς στα κρυφά.
Τον Σεπτέμβριο του 2012, συνάντησα τον γαμπρό μου στον δρόμο, και με ανάγκασε να επιστρέψω. Στο σπίτι, ο σύζυγός μου συγκάλεσε συνάντηση ολόκληρης της οικογένειας. Φώναξε τους δύο αδερφούς του, τον πατριό μου και τον γαμπρό μου για να προσπαθήσουν να με μεταπείσουν. Ο γαμπρός μου με απείλησε λέγοντας: «Αν δεν ήσουν νύφη μου, θα σε έστελνα στο Γραφείο Δημόσιας Ασφάλειας με ένα τηλεφώνημα». Ο πατριός μου έριξε λάδι στη φωτιά, ενθαρρύνοντας τον σύζυγό μου να με περιορίζει. Βλέποντας την έκβαση των πραγμάτων, ανησύχησα πως, εφόσον τόσοι εναντιώνονταν στην πίστη μου στον Θεό, ο σύζυγός μου θα με καταπίεζε ακόμη περισσότερο, οπότε είπα συνετά πως επέστρεφα σπίτι για να ζήσω τη ζωή μου. Τότε μόνο ηρέμησαν οι συγγενείς μου. Τρεις μέρες αφότου επέστρεψα, είδα την επικεφαλής της εκκλησίας μου να επισκέπτεται την αδελφή γειτόνισσά μου, οπότε πήγα να τη ρωτήσω για τις συναθροίσεις της εκκλησίας. Όμως, ο σύζυγός μου με ακολούθησε και μου έβαλε τις φωνές να επιστρέψω στο σπίτι. Δεν ήθελα να μπλέξω τις αδελφές μου, οπότε έκανα όπως μου είπε. Όταν η επικεφαλής βγήκε από το σπίτι της αδελφής μου, ο σύζυγός μου την απείλησε με ένα φτυάρι, λέγοντας: «Τόλμα να ξανάρθεις εδώ και θα δεις τι θα πάθεις!» Έπειτα, πήρε ένα μαχαίρι και όρμησε στο σπίτι της αδελφής με σκοπό να τη μαχαιρώσει, ενώ ο σύζυγός της κι εγώ προσπαθούσαμε να τον συγκρατήσουμε. Κατόπιν, σταμάτησα να συναντιέμαι με αδελφούς και αδελφές, από φόβο μην τους βάλω σε κίνδυνο.
Εκείνον τον καιρό, βίωνα μεγάλη ψυχική οδύνη, και συχνά πήγαινα κάπου μόνη για να κλάψω. Μια φορά, αφότου έφυγε ο σύζυγός μου, βγήκα στα κρυφά για να μιλήσω με μια αδελφή, μα καθώς γυρνούσα, εκείνος με είδε στον δρόμο ενώ επέστρεφε με το αυτοκίνητο. Μου γρύλισε: «Ξέρεις ότι μπορώ να σε πατήσω με το αμάξι;» Η καρδιά μου πάγωσε σαν το άκουσα. Ήθελε να με πατήσει με το αμάξι απλώς και μόνο επειδή πίστευα. Έτσι είδα ακόμη πιο καθαρά πως ήταν ένας δαίμονας που μισούσε τον Θεό και πως ποτέ δεν θα σταματούσε να με καταπιέζει. Δεν μπορούσα να ασκώ την πίστη μου στο σπίτι, οπότε η μόνη μου επιλογή ήταν να φύγω. Όταν το σκεφτόμουν, όμως, ένιωθα τεράστια λύπη. Μόλις είχα επανασυνδεθεί με τον γιο μου. Θα του ήταν πολύ δύσκολο αν έφευγα πάλι! Ποιος θα τον καθοδηγούσε να πιστεύει στον Θεό και να βαδίζει στο σωστό μονοπάτι; Όσο το σκεφτόμουν, τόσο δεν άντεχα να αφήσω το παιδί μου. Προσευχόμουν συνεχώς ενώπιον του Θεού: «Θεέ μου! Ο σύζυγός μου με καταπιέζει και με εμποδίζει. Θέλω να φύγω για να ασκήσω την πίστη μου, μα δεν μπορώ ν’ αφήσω τον γιο μου. Θεέ μου! Δεν μπορώ να αποφασίσω τι να κάνω. Διαφώτισε και καθοδήγησέ με». Έπειτα, είδα τυχαία έναν ύμνο των λόγων Του:
1 […] Δεν μπορούν οι άνθρωποι να παραμερίσουν τη σάρκα τους για αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα; Τι μπορεί να διασπάσει την αγάπη μεταξύ ανθρώπου και Θεού; Ποιος μπορεί να διαλύσει την αγάπη μεταξύ ανθρώπου και Θεού; Οι γονείς, οι σύζυγοι, οι αδελφές, ή το οδυνηρό ραφινάρισμα;
2 Μπορούν τα συναισθήματα της συνείδησης να σβήσουν την εικόνα του Θεού που έχει μέσα του ο άνθρωπος; Είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι υπεύθυνοι για το χρέος και τις πράξεις τους μεταξύ τους; Μπορούν να διορθωθούν από τον άνθρωπο; Ποιος είναι ικανός να προστατεύσει τον εαυτό του; Μπορούν οι άνθρωποι να αυτοσυντηρηθούν; Ποιοι είναι οι δυνατοί στη ζωή; Ποιος μπορεί να Με εγκαταλείψει και να ζήσει μόνος του; Γιατί ο Θεός ζητά επανειλημμένα να επιτελούν όλοι οι άνθρωποι το έργο της αυτοκριτικής; Γιατί λέει ο Θεός: «Ποιος έχει προκαλέσει ο ίδιος τα δεινά του;»
«Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Αποκαλύψεις των μυστηρίων του «Τα λόγια του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν», Κεφάλαιο 24 σε συνδυασμό με το Κεφάλαιο 25
Τα λόγια Του με επηρέασαν βαθιά κι ένιωσα μεγάλες ενοχές. Σκέφτηκα πως ο Θεός ενσαρκώθηκε για να σώσει την ανθρωπότητα, κι εκφράζει την αλήθεια, εκτελεί το έργο Του μεταξύ των ανθρώπων με μεγάλη μακροθυμία, υπομένοντας ανείπωτη ταπείνωση, δίνοντας όλη την αγάπη Του στην ανθρωπότητα, το αντικείμενο της σωτηρίας Του. Τα βάσανα που έχει υπομείνει ο Θεός για να σώσει τον άνθρωπο είναι ανείπωτα και η αγάπη του Θεού είναι τόσο αληθινή. Ο Θεός ελπίζει ότι θα σταθούμε στα πόδια μας και θα νοιαστούμε για τις προθέσεις Του, παραμερίζοντας τα πάντα για να διαδώσουμε το ευαγγέλιο και να δώσουμε μαρτυρία. Αυτή είναι η αγάπη του Θεού για μας. Μα ήμουν εγωίστρια. Μ’ ένοιαζε μόνο ότι κανείς δεν θα φρόντιζε τον γιο μου αν έφευγα, χωρίς να υπολογίζω το θέλημα του Θεού. Μίσησα τον εαυτό μου που ήμουν αδύναμη, άχρηστη, ασυνείδητη και ανήμπορη να κάνω τα πάντα πέρα για να Τον ακολουθήσω. Επειδή δεν μπορούσα να αφήσω τον γιο μου, έπρεπε να υπομείνω να είμαι παγιδευμένη στο σπίτι, να με χτυπά και να με ελέγχει ο άντρας μου, χωρίς να μπορώ να διαβάζω τα λόγια του Θεού ή να κάνω το καθήκον μου ως δημιούργημα. Δεν είχα την αποφασιστικότητα να επιδιώξω την αλήθεια και να αγαπήσω τον Θεό. Ο Αβραάμ ήταν πρόθυμος να θυσιάσει τον μοναχογιό για τον Θεό. Εγώ γιατί δεν μπορούσα να τον αποχωριστώ προσωρινά για να κάνω το καθήκον ενός δημιουργήματος, να επιδιώξω την αλήθεια και να λάβω τη σωτηρία του Θεού; Δεν έπρεπε να παραμερίζω πια το καθήκον μου επειδή δεν μπορούσα να αφήσω τον γιο μου. Το έργο της σωτηρίας του Θεού τελείωνε και σύντομα θα έρχονταν μεγάλες συμφορές. Στο σπίτι, δεν μπορούσα να διαβάζω τα λόγια Του και να πηγαίνω σε συναθροίσεις. Αν συνεχιζόταν αυτό, δεν θα κέρδιζα την αλήθεια ούτε θα προετοίμαζα καλές πράξεις. Πιθανόν να χανόμουν στις επερχόμενες καταστροφές. Τότε πώς θα οδηγούσα τον γιο μου στο σωστό μονοπάτι; Στα χέρια του Θεού δεν ήταν και η μοίρα του γιου μου; Δεν ήταν στο χέρι μου το πόσο προοριζόταν να υποφέρει ούτε το αν θα βάδιζε στο σωστό μονοπάτι. Καθώς το κατάλαβα, ηρέμησα λιγάκι.
Κατόπιν, διάβασα κι άλλα λόγια του Θεού, έμαθα περισσότερη αλήθεια και, εν τέλει, έπαψα να ανησυχώ για τον γιο μου. Διάβασα το εξής: «Εκτός από το να τον γεννήσουν και να τον μεγαλώσουν, η ευθύνη που φέρουν οι γονείς στη ζωή κάποιου είναι απλώς να του παρέχουν εξωτερικά ένα περιβάλλον για να μεγαλώσει και τίποτα παραπάνω, επειδή μόνο ο προκαθορισμός του Δημιουργού σχετίζεται με τη μοίρα οποιουδήποτε ανθρώπου. Το τι είδους μέλλον θα έχει κάποιος δεν μπορεί να το ελέγξει κανένας άνθρωπος· είναι προκαθορισμένο πολύ καιρό πριν, και ούτε καν οι γονείς κάποιου δεν μπορούν ν’ αλλάξουν τη μοίρα του. Όσον αφορά τη μοίρα, όλοι είναι ανεξάρτητοι· ο καθένας έχει τη δική του μοίρα. Έτσι, κανενός οι γονείς δεν μπορούν να εμποδίσουν καθόλου τη μοίρα του στη ζωή ούτε μπορούν να κάνουν οτιδήποτε για να τον βοηθήσουν όσον αφορά τον ρόλο που παίζει στη ζωή. Μπορεί να πει κανείς ότι, σε όποια οικογένεια κι αν είναι προκαθορισμένο να γεννηθεί κανείς και σε όποιο περιβάλλον κι αν μεγαλώνει, αυτά δεν είναι παρά οι προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση της αποστολής του στη ζωή. Δεν καθορίζουν σε καμία περίπτωση τη μοίρα ενός ανθρώπου στη ζωή ή το είδος του πεπρωμένου εντός του οποίου ολοκληρώνει την αποστολή του. Επομένως, κανενός οι γονείς δεν μπορούν να τον βοηθήσουν στην ολοκλήρωση της αποστολής του στη ζωή ούτε μπορεί κανένας συγγενής να τον βοηθήσει να εκπληρώσει τον ρόλο του στη ζωή. Το πώς ολοκληρώνει κανείς την αποστολή του και το είδος του περιβάλλοντος διαβίωσης στο οποίο αναλαμβάνει τον ρόλο του εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από τη μοίρα του στη ζωή. Με άλλα λόγια, καμία αντικειμενική συνθήκη δεν μπορεί να επηρεάσει την αποστολή κανενός όπως έχει προκαθοριστεί από τον Δημιουργό. Ο καθένας ωριμάζει εντός του συγκεκριμένου περιβάλλοντος στο οποίο μεγαλώνει· έπειτα, βήμα προς βήμα, ξεκινά να βαδίζει στο δικό του μονοπάτι στη ζωή και εκπληρώνει το πεπρωμένο που έχει διευθετήσει γι’ αυτόν ο Δημιουργός. Με τρόπο φυσικό και αυτόματο, εισέρχεται στην απέραντη θάλασσα της ανθρωπότητας και αναλαμβάνει τη θέση του στη ζωή, και, για χάρη του προκαθορισμού του Δημιουργού και της κυριαρχίας Του, αρχίζει να εκπληρώνει τις ευθύνες του ως δημιουργημένο ον» («Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Ο ίδιος ο Θεός, ο μοναδικός Γ΄). Μέσα από τα λόγια αυτά, κατάλαβα πως η μοίρα ενός παιδιού δεν συνδέεται με τους γονείς του, αλλά καθορίζεται από την κυριαρχία του Θεού. Η μοίρα του γιου μου ήταν στα χέρια του Θεού. Δεν ήταν στο χέρι μου το πόσο θα υπέφερε ο γιος μου ούτε το αν θα βάδιζε στο σωστό μονοπάτι. Αυτά υπόκειντο στις επιταγές των διευθετήσεων του Θεού. Θυμήθηκα τον Ιωσήφ: Είχε πουληθεί ως σκλάβος στην Αίγυπτο σε νεαρή ηλικία από τα αδέρφια του και δεν είχε τους γονείς του στο πλευρό του για να τον φροντίζουν και να τον καθοδηγούν, αλλά ο Ιεχωβά Θεός ήταν μαζί του, καθοδηγώντας και προστατεύοντάς τον. Όπως κι αν τον αποπλάνησε η γυναίκα του αρχηγού της φρουράς του Φαραώ, εκείνος δεν εξαπατήθηκε. Ο Ιωσήφ βίωσε πολλές κακουχίες στην Αίγυπτο, μα αυτές ενίσχυσαν την αποφασιστικότητά του και του δίδαξαν να στηρίζεται στον Θεό. Σκέφτηκα τους αδελφούς και τις αδελφές που δεν έφυγαν από το σπίτι για το καθήκον τους —συχνά ενθάρρυναν τα παιδιά τους να ασκούν την πίστη και να βαδίζουν στο σωστό μονοπάτι, και κάποια από αυτά όντως άσκησαν την πίστη και ακολούθησαν τον Θεό, μα άλλα παρασύρθηκαν από κοσμικές, κακές τάσεις και βυθίστηκαν στην παρακμή. Είδα πως αυτό που επέτρεπε σε ένα παιδί να βαδίσει στο σωστό μονοπάτι δεν ήταν το να το συνοδεύουν οι γονείς του, μα το αν ήταν στη φύση του να αγαπά την αλήθεια και αν ο Θεός το είχε προκαθορίσει να το πράξει. Αν ο γιος μου είχε ανθρώπινη φύση και ήταν αντικείμενο της σωτηρίας του Θεού, τότε ακόμη κι αν δεν ήμουν στο πλευρό του, θα μεγάλωνε υγιής και θα πίστευε τελικά στον Θεό. Όλα αυτά ήταν στα χέρια του Θεού. Δεν χρειαζόταν να ανησυχώ. Στα χρόνια μου ως πιστή, είχα απολαύσει τόσο πότισμα, τόση θρέψη των λόγων του Θεού, μα αδυνατούσα να κάνω το καθήκον ενός δημιουργήματος λόγω του δεσμού μου με τον γιο μου. Πόσο εγωιστικό! Έπρεπε να ανταποδώσω την αγάπη του Θεού διαδίδοντας το ευαγγέλιο, καταθέτοντας μαρτυρία και φέρνοντας περισσότερους στον οίκο Του.
Τον Φεβρουάριο του 2013, άφησα την οικογένειά μου και πήρα το τρένο για μια μακρινή εκκλησία. Όταν το τρένο πέρασε από το σχολείου του γιου μου, κοίταξα το κτίριο όπου έκανε μαθήματα ο γιος μου και σκέφτηκα: «Ποιος ξέρει πότε θα τον ξαναδώ». Ξέσπασα σε κλάματα και σιχάθηκα ακόμη περισσότερο την αυταρχική κυριαρχία του διαβόλου Σατανά. Με είχε χωρίσει από την οικογένειά μου, και με είχε εμποδίσει να ασκώ την πίστη μου και να κάνω το καθήκον μου. Αλλά όλα αυτά αναζωπύρωσαν τον ζήλο μου να επιδιώξω την αλήθεια και να αγωνιστώ για το φως. Σκέφτηκα τα λόγια του Θεού: «Εσύ είσαι ένα δημιουργημένο ον —φυσικά και θα πρέπει να λατρεύεις τον Θεό και να επιδιώκεις μια ζωή που να έχει νόημα. Εάν δεν λατρεύεις τον Θεό αλλά ζεις μέσα στη μιαρή σάρκα σου, τότε δεν είσαι απλώς ένα κτήνος με ανθρώπινη ενδυμασία; Εφόσον είσαι άνθρωπος, θα πρέπει να δαπανήσεις τον εαυτό σου για τον Θεό και να υπομείνεις κάθε βάσανο! Θα πρέπει να αποδεχτείς με χαρά και σιγουριά τα λίγα βάσανα στα οποία υποβάλλεσαι σήμερα και να ζήσεις μια ζωή γεμάτη νόημα, όπως ο Ιώβ και ο Πέτρος. Σε αυτόν τον κόσμο, ο άνθρωπος φοράει τα ρούχα του διαβόλου, τρώει φαγητό από τον διάβολο, και εργάζεται και υπηρετεί υπό τον έλεγχο του διαβόλου, ο οποίος τον ποδοπατά μέχρι ο άνθρωπος να καλυφθεί από την ακαθαρσία του. Δεν έχει αντιληφθεί το νόημα της ζωής ούτε έχει κερδίσει την αληθινή οδό· τι σημασία έχει να ζει έτσι; Είστε άνθρωποι που επιδιώκουν το σωστό μονοπάτι και που επιζητούν τη βελτίωση. Εσείς ορθώνετε το ανάστημά σας στη χώρα του μεγάλου κόκκινου δράκοντα και είστε αυτοί που ο Θεός αποκαλεί δίκαιους. Δεν έχει αυτή η ζωή το μέγιστο νόημα;» [«Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Άσκηση (2)]. Καθώς σκεφτόμουν τα λόγια του Θεού, κατάλαβα πως το ότι μπορούσα να Τον ακολουθώ και να κάνω το καθήκον μου σε αυτό το αντίξοο περιβάλλον ήταν ο προκαθορισμός του Θεού και το μονοπάτι στο οποίο με καθοδηγούσε ο Θεός. Ως δημιούργημα, ήμουν έτοιμη να υποταχθώ στις διευθετήσεις Του, να αναζητήσω την αλήθεια, να εργαστώ επιμελώς για να Τον ικανοποιήσω και να ταπεινώσω τον διάβολο Σατανά. Όταν το κατάλαβα αυτό, ένιωσα πιο γαλήνια και ήρεμη. Ευχαρίστησα τον Θεό που με απελευθέρωσε από την αιχμαλωσία του συζύγου μου, επιτρέποντάς μου να κάνω το καθήκον μου και να βαδίσω στο σωστό μονοπάτι.
Μετά απ’ αυτό, συνέχισα να κάνω το καθήκον μου σε μια μακρινή εκκλησία. Αυτά τα χρόνια, έχω βιώσει τα λόγια και το έργο του Θεού, έχω κατανοήσει κάποιες αλήθειες και έχω κερδίσει αρκετά. Δόξα τω Θεώ για την καθοδήγησή Του!