Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (22)
Πώς νιώθετε αφότου ακούσατε τις δηλώσεις και το περιεχόμενο που αφορούν τις ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης πάνω στα οποία έγινε συναναστροφή το τελευταίο διάστημα; Έχετε λίγο πιο ξεκάθαρη εικόνα σχετικά με τις ιδιότητες των ανθρώπων που διαθέτουν στ’ αλήθεια ανθρώπινη φύση; (Έχουμε λίγο πιο ξεκάθαρη εικόνα από πριν.) Λοιπόν, αφού τα ακούσατε αυτά, έχετε βγάλει καθόλου συμπεράσματα σχετικά με τα κύρια χαρακτηριστικά των ανθρώπων που διαθέτουν τις ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης; Μπορείτε να δείτε ποια είναι τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης ενός ατόμου με βάση τις λεπτομέρειες και τις ειδικές παραμέτρους πάνω στις οποίες έγινε συναναστροφή; (Μέσα από την πρόσφατη συναναστροφή του Θεού, καταλαβαίνω πλέον ότι όσοι έχουν τις ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης διαθέτουν συνείδηση και λογική, και μπορούν να διακρίνουν το σωστό από το λάθος.) Κάποιος που διαθέτει στην ανθρώπινη φύση του τις ιδιότητες της συνείδησης και της λογικής βλέπει τους ανθρώπους και τα πράγματα, αλλά και φέρεται και ενεργεί, με βάση τη συνείδηση και τη λογική του. Οι απόψεις του για τους ανθρώπους και οι αρχές διαγωγής του είναι χτισμένες πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο της συνείδησης και της λογικής. Αυτό είναι πολύ ακριβές, έτσι δεν είναι; (Ναι.) Κάποιος που δεν διαθέτει συνείδηση και λογική έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όσον αφορά τις απόψεις του για τους ανθρώπους και τις αρχές διαγωγής του. Οι άνθρωποι που διαθέτουν συνείδηση και λογική, εν τω μεταξύ, έχουν επίσης συγκεκριμένα χαρακτηριστικά σχετικά με τις απόψεις τους για τους ανθρώπους και τις αρχές διαγωγής τους, και αυτά τα χαρακτηριστικά δεν είναι καθόλου κενά· στην πραγματικότητα αποκαλύπτονται και εκδηλώνονται στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων που έχουν συνείδηση και λογική. Ανεξάρτητα από την εποχή ή το είδος του κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο ζει κανείς, αν διαθέτει συνείδηση και λογική, θα βιώνει κάποιες ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης. Σε κάθε ζήτημα της ζωής του, ή στα περισσότερα ζητήματα που αφορούν τις σκέψεις, τις απόψεις και τις αρχές διαγωγής του, θα αποκαλύπτει ξεκάθαρα τις ιδιότητες της συνείδησης και της λογικής· αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση κάτι κενό ως προς το περιεχόμενο. Αντιπαραβάλετέ το αυτό σε σχέση με τους γύρω σας —δεν ισχύει; (Ισχύει.) Όταν κάποιος διαθέτει συνείδηση και λογική, θα εκδηλώνει εντιμότητα και καλοσύνη. Εφόσον τον αναγκάζει και τον επηρεάζει η συνείδησή του, θα έχει συγκεκριμένα όρια στον τρόπο με τον οποίο φέρεται και ενεργεί, και, λόγω της λειτουργίας της λογικής του και της συγκράτησης που αυτή ασκεί πάνω του —ή εντός των ορίων της λογικής του— θα έχει συγκεκριμένες εκδηλώσεις και συγκεκριμένο βίωμα. Έτσι, για να προσδιορίσετε αν κάποιος διαθέτει συνείδηση και λογική, κοιτάξτε τις πραγματικές του εκδηλώσεις· κοιτάξτε αν οι απόψεις, οι αρχές και τα όρια που έχει συνήθως ως προς το πώς βλέπει τους ανθρώπους και τα πράγματα, και πώς φέρεται και ενεργεί, συμμορφώνονται με τα πρότυπα της συνείδησης και της λογικής, κι αν το κατώτατο όριό του βρίσκεται εντός των ορίων της συνείδησης και της λογικής και τελεί υπό τον έλεγχο της συνείδησης και της λογικής του. Αν δεν λειτουργούν η συνείδηση και η λογική ενός ανθρώπου στο πλαίσιο του πώς εκείνος βλέπει τους ανθρώπους και τα πράγματα, καθώς και φέρεται και ενεργεί, κι ο ίδιος δεν τελεί υπό τον έλεγχο και τη συγκράτηση της συνείδησης και της λογικής του, τότε συχνά θα φαίνεται να πηγαίνει κόντρα στη συνείδηση και τη λογική ή να έχει χάσει τη συνείδηση και τη λογική του. Στην καθημερινότητα, αυτά που εκδηλώνει και βιώνει αυτός ο άνθρωπος δεν είναι παρά έλλειψη συνείδησης και απουσία λογικής. Όταν έρχεται αντιμέτωπος με κάποια ζητήματα, αραδιάζει μόνο στρεβλή λογική, ενώ οι σκέψεις και οι απόψεις του είναι εξαιρετικά ακραίες, πεισματάρικες και μη κανονικές. Δεν είναι προσεκτικός στον τρόπο με τον οποίο μιλάει και δεν ξεχωρίζει τους οικείους από τους ξένους όταν μιλάει· όλα όσα λέει είναι ασυνάρτητα και μπερδεμένα. Επίσης, οι πράξεις του συχνά ξεπερνούν τα όρια της λογικής, δεν έχουν αρχές και όρια, πόσο μάλλον σοφία, και είναι ιδιαίτερα παρορμητικές· κάνει μόνο ανόητα και ηλίθια πράγματα. Είτε πρόκειται για τις επαφές του με άλλους είτε για τον χειρισμό ζητημάτων, δεν μπορεί ποτέ να βρει τις σωστές αρχές ούτε τη σωστή κατεύθυνση, πόσο μάλλον να έχει οποιεσδήποτε αρχές ή όρια στον τρόπο με τον οποίο φέρεται. Δεν ξέρει πώς να φερθεί· δεν ξέρει τι σημαίνει διαγωγή ούτε τι άνθρωπος θα έπρεπε να προσπαθεί να γίνει, ούτε ξέρει τι είναι η αληθινή ζωή ή σε ποιο μονοπάτι πρέπει να βαδίζουν οι άνθρωποι. Δεν έχει την παραμικρή ιδέα γι’ αυτά τα πράγματα στην καρδιά του· περνά τις μέρες του σε μια θολούρα, χωρίς κανέναν στόχο ή κατεύθυνση. Όποτε του συμβαίνει κάτι, απλώς τα βγάζει πέρα όπως όπως, χωρίς να μπορεί να αντλήσει την παραμικρή εμπειρία ή το παραμικρό δίδαγμα από αυτό ούτε να καταλήγει στα σωστά μονοπάτια άσκησης. Όσο καιρό κι αν ζήσει, παραμένει πάντα θολωμένος και μπερδεμένος. Διαθέτουν τέτοιοι άνθρωποι συνείδηση και λογική; (Όχι.) Δείχνουν να ζουν μια αρκετά ευτυχισμένη και ξέγνοιαστη καθημερινότητα, ενεργώντας σαν ανέμελοι βλάκες, χωρίς να αντιμετωπίζουν καθόλου δυσκολίες. Όταν, όμως, έρχονται αντιμέτωποι με ζητήματα, όσο περισσότερο αυτά τα ζητήματα έχουν να κάνουν με σκέψεις, απόψεις και αρχές διαγωγής, τόσο πιο πολύ μπερδεύονται και τα χάνουν. Ειδικά όταν συναντούν πολύπλοκους ανθρώπους, γεγονότα και πράγματα, δεν έχουν ούτε την πιο στοιχειώδη σοφία, νοημοσύνη και αρχές διαγωγής. Είτε από την άποψη του δείκτη νοημοσύνης είτε από την άποψη των αρχών διαγωγής, τέτοιοι άνθρωποι δεν διαθέτουν τις ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης. Καθώς ζουν σ’ αυτόν τον κόσμο, οι άνθρωποι θα αντικρίσουν όλων των ειδών τους ανθρώπους, τα γεγονότα και τα πράγματα, καθώς και τα μεγάλα και μικρά ζητήματα της ζωής. Ένας αληθινός άνθρωπος διαθέτει συνείδηση και λογική· όταν συναντά αυτούς τους ανθρώπους, τα γεγονότα και τα πράγματα, έχει αρχές και διαθέτει κάποιες σχετικά σωστές και θετικές σκέψεις και απόψεις. Επιπλέον, όταν χειρίζεται αυτούς τους ανθρώπους, τα γεγονότα και τα πράγματα, θα διατυπώνει κρίσεις στο πλαίσιο του ορθολογισμού. Ακόμα κι αν δεν έχει αποδεχθεί το έργο του Θεού και δεν κατανοεί την αλήθεια, θα εξακολουθεί να διατυπώνει κρίσεις και να χειρίζεται αυτά τα ζητήματα μέσα στα όρια της συνείδησης και της λογικής. Δεν θολώνει ούτε μπερδεύεται όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με περιστάσεις, αλλά αντίθετα τον ωθεί και τον συγκρατεί η συνείδηση και η λογική του, οπότε θα έχει βασικές αρχές διαγωγής για τον χειρισμό αυτών των ζητημάτων. Εκτός από την εντιμότητα και την καλοσύνη, άλλο ένα πολύ προφανές χαρακτηριστικό των ανθρώπων που διαθέτουν στην ανθρώπινη φύση τους τις ιδιότητες της συνείδησης και της λογικής είναι ότι έχουν αίσθημα ντροπής. Προηγουμένως που συναναστράφηκα σχετικά με τις εκδηλώσεις της εντιμότητας και της καλοσύνης, συναναστράφηκα λίγο σχετικά με το αίσθημα ντροπής. Εκτός από εκείνα σχετικά με τα οποία συναναστράφηκα τότε, υπάρχει ακόμα πολύ περιεχόμενο το οποίο είναι πιο συγκεκριμένο, και σ’ αυτό θα προχωρήσουμε σήμερα.
Απ’ τη στιγμή που κάποιος που διαθέτει συνείδηση και λογική έχει μια λειτουργική συνείδηση και διαθέτει επίσης λογική, είναι σίγουρο ότι θα διαθέτει ξεκάθαρα το χαρακτηριστικό να έχει αίσθημα ντροπής όσον αφορά τη διαγωγή του. Ας μιλήσουμε πρώτα για κάποιες εκδηλώσεις ή ρητά σχετικά με το αίσθημα ντροπής που έχετε συναντήσει στην καθημερινή σας ζωή. Για παράδειγμα, υπάρχουν κάποιες βωμολοχίες που δεν τολμάς να πεις· η ιδέα να πεις τέτοια πράγματα σου φαίνεται ντροπιαστική· είναι αίσθημα ντροπής αυτό; (Ναι.) Και υπάρχουν κάποια πράγματα που είναι άσχημα και μοχθηρά —δεν μπορούν να βγουν στο φως και δεν τολμάς να τα κάνεις· είναι αίσθημα ντροπής αυτό; Όταν κάνεις ντροπιαστικά πράγματα, νιώθεις μεταμέλεια στην καρδιά σου και μισείς τον εαυτό σου· είναι αίσθημα ντροπής αυτό; (Ναι.) Ποιες άλλες εκδηλώσεις υπάρχουν; (Οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής νοιάζονται για την περηφάνια τους και ξέρουν πότε είναι πρέπον να ντραπούν.) Αυτά ο καθένας μπορεί να τα σκεφτεί. Με τι άλλον τρόπο θα μπορούσαμε να θέσουμε το «να έχεις αίσθημα ντροπής»; (Να έχεις ένα συναίσθημα ντροπής.) Στην καθημερινή ζωή, άραγε δεν λέμε συχνά: «Δεν ντρέπεσαι καθόλου;» (Ναι.) Τι αφορά κυρίως το να έχει κανείς αίσθημα ντροπής; Αφορά την ακεραιότητα και την αξιοπρέπεια; (Ναι.) Όταν κάποιος έχει αίσθημα ντροπής, νοιάζεται ιδιαίτερα για τη δική του ακεραιότητα και αξιοπρέπεια. Δεν πρόκειται να θυσιάσει την ακεραιότητά του ούτε να ανταλλάξει την αξιοπρέπειά του με πράγματα που οι άνθρωποι θεωρούν καλά ή με πράγματα που είναι ωφέλιμα για τον εαυτό του. Κατά μία έννοια, το να έχει κανείς αίσθημα ντροπής σημαίνει να διαφυλάσσει την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά του, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να θυσιάσει προσωπικά συμφέροντα. Όταν ενεργούν οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής, λειτουργεί η συνείδησή τους· δηλαδή, στα μάτια των άλλων, διαθέτουν σχετικά περισσότερη ακεραιότητα και αξιοπρέπεια. Στον λόγο και στις πράξεις τους δεν έχουν τίποτα να κρύψουν, και είναι ανοιχτοί και ντόμπροι. Δεν κάνουν πράγματα ποταπά και άθλια, και οι αρχές που τηρούν ή η συλλογιστική που εκφράζουν μπορούν να αντέξουν την εξονυχιστική εξέταση των άλλων· οι άλλοι δεν τους επικρίνουν πίσω από την πλάτη τους ούτε κάνουν κουτσομπολίστικα σχόλια για αυτούς. Δηλαδή, αν κάποιος έχει αίσθημα ντροπής, θα ενεργεί με σχετικά ανοιχτούς και ντόμπρους τρόπους και μεθόδους. Δεν προσπαθεί να κάνει τίποτα ύποπτο και δεν είναι ποταπός ούτε άθλιος. Τα όρια των πράξεων αυτών των ανθρώπων και οι τρόποι με τους οποίους εκείνοι ενεργούν είναι ουσιαστικά εντός των ορίων της συνείδησης και της λογικής. Έτσι ακριβώς είναι οι αρχές και οι τρόποι με τους οποίους φέρονται οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής, καθώς και οι στόχοι που θέτουν για τη διαγωγή τους. Εκτός απ’ αυτά, οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής παρουσιάζουν σίγουρα κάποιες συγκεκριμένες εκδηλώσεις και βιώνουν και αποκαλύπτουν κάποια συγκεκριμένα πράγματα. Ή, σε ορισμένα ζητήματα, έχουν κάποιες σχετικά θετικές σκέψεις και απόψεις, και φέρονται και ενεργούν υπό την καθοδήγηση αυτών των θετικών σκέψεων και απόψεων. Για παράδειγμα, όταν η εκκλησία εκλέγει επικεφαλής όλων των επιπέδων, οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής, επειδή έχουν διεφθαρμένες διαθέσεις, αγαπούν τη θέση και έχουν φιλοδοξίες όπως όλοι οι άλλοι· θέλουν κι αυτοί να εκτιμώνται ιδιαίτερα και επιθυμούν να έχουν θέση και υψηλό κύρος ανάμεσα στους ανθρώπους. Από αυτήν την άποψη είναι ίδιοι με όλους τους άλλους. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο αποκτά θέση κάποιος που έχει αίσθημα ντροπής δεν είναι να προσπαθεί με κάθε μέσο να κάνει επίδειξη και να καυχιέται για τον εαυτό του, προκειμένου να κερδίσει την υψηλή εκτίμηση των αδελφών, ούτε να ανταγωνίζεται χωρίς ντροπή τους άλλους, χρησιμοποιώντας ασυνήθιστα μέσα ή ανέντιμους τρόπους για να κάνει άθλια πράγματα. Αντίθετα, θέλει να εκλεγεί επικεφαλής με βάση τις αληθινές του ικανότητες· για παράδειγμα, με το να πετύχει κάποια αποτελέσματα σε έναν επαγγελματικό κλάδο αξιοποιώντας τα προτερήματά του ή υπομένοντας κακουχίες και πληρώνοντας το τίμημα, ή κάνοντας πράγματα που ωφελούν τους αδελφούς και τις αδελφές, βιώνοντας καλά την ανθρώπινη φύση του, ώστε να κερδίσει την αναγνώριση της πλειοψηφίας των αδελφών και, έτσι, να εκλεγεί επικεφαλής. Αν δεν εκλεγεί, νιώθει και μια μικρή πικρία μέσα του. Αυτή η πικρία είναι μια κανονική εκδήλωση διαφθοράς και μια πολύ φυσική εκδήλωση της διεφθαρμένης ανθρωπότητας. Ο άνθρωπος αυτός, όμως, μπορεί να χειριστεί σωστά αυτό το ζήτημα: «Το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν με εξέλεξαν δείχνει ότι ακόμα υστερώ. Ίσως ακόμα έχω ελλείψεις σε ορισμένους τομείς. Δεν εκλέχθηκα. Δεν πρέπει να προσπαθήσω να ανταγωνιστώ πεισματικά για τη θέση τώρα. Αν μη τι άλλο, πρέπει να διαθέτω επιθυμητά γνωρίσματα όσον αφορά το επίπεδο, την ανθρώπινη φύση ή την εργασιακή ικανότητα, ώστε να με εκλέξουν οι άνθρωποι. Αν δεν εκλέχθηκα επειδή δεν διαθέτω κανένα επιθυμητό γνώρισμα, αλλά παρ’ όλα αυτά είχα την ξεδιαντροπιά να επιμένω να γίνω επικεφαλής, αυτό θα ήταν τόσο κατάπτυστο!» Αν και μέσα του νιώθει κάποια απογοήτευση και θλίψη μετά την ήττα στις εκλογές, μπορεί να κάνει αυτοκριτική και να γνωρίσει τον εαυτό του, και να δει ποιες αδυναμίες και ανεπάρκειες έχει. Στη συνέχεια, εξετάζει ποια προτερήματα έχει στην πραγματικότητα εκείνος που εξελέγη, για ποιον λόγο επέλεξαν οι αδελφοί και οι αδελφές το συγκεκριμένο άτομο, σε ποιες πτυχές κάνει το έργο καλύτερα από τον ίδιο και με ποιους τρόπους το επίπεδο του ατόμου αυτού είναι καλύτερο από το δικό του. Κάποιος που έχει αίσθημα ντροπής θα χειριστεί αυτό το ζήτημα ορθολογικά· αφότου χάσει στις εκλογές, σε καμία περίπτωση δεν θα αντισταθεί, δεν θα παραπονεθεί, δεν θα κρίνει ούτε θα εκτοξεύσει ύβρεις. Δεν θα κάνει απολύτως τίποτα απ’ αυτά. Γιατί δεν θα τα κάνει; Επειδή αυτό το είδος ανθρώπου διαθέτει λογική. Ακόμα κι όταν συναντά κάποιες αναποδιές και αποτυχίες, δεν χάνει τη λογική του· συνεχίζει να ζει μέσα στα όρια της λογικής. Έτσι, θα χειριστεί ορθολογικά το συγκεκριμένο ζήτημα. Ακόμα κι αν τον ωθούν ή τον επηρεάζουν οι διεφθαρμένες του διαθέσεις, με αποτέλεσμα να νιώθει στενοχώρια, αρνητικότητα ή ακόμα και κάποιο αίσθημα απείθειας, εκείνος, επειδή διαθέτει λογική, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα θα προσαρμόσει γρήγορα τη νοοτροπία και την κατάστασή του και, στη συνέχεια, θα χειριστεί ορθολογικά το θέμα της ήττας στις εκλογές. Δεν θα ανταγωνιστεί για τη θέση του επικεφαλής ούτε θα χρησιμοποιήσει ύπουλα μέσα ή τρόπους για να πετύχει τον στόχο του. Δεν θα κάνει πράγματα που ξεπερνούν τα όρια. Δηλαδή, στα μάτια των άλλων, αυτός ο άνθρωπος είναι ίδιος με τους υπόλοιπους ανθρώπους που έχουν διεφθαρμένες διαθέσεις: Αγαπά κι αυτός τη θέση και έχει τη φιλοδοξία και την επιθυμία να την κερδίσει, αλλά η αγάπη του για τη θέση και ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να την κερδίσει εμπίπτουν στο πλαίσιο που ρυθμίζεται από την ιδιότητα της ανθρώπινης φύσης του που σχετίζεται με το αίσθημα ντροπής. Δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσει ασυνήθιστα μέσα για να κερδίσει θέση ούτε να κάνει επίδειξη για χάρη της θέσης ή για να ικανοποιήσει τη φιλοδοξία και την επιθυμία του, λέγοντας αναίσχυντα πράγματα για να κερδίσει υψηλή εκτίμηση. Δεν υπάρχει περίπτωση ούτε να πει ούτε να κάνει τέτοια πράγματα. Αντίθετα, καταβάλλει σιωπηλά προσπάθειες για να επιδιώξει την αλήθεια και να κάνει το καθήκον του. Κάνει περισσότερα και μιλάει λιγότερο, προσπαθώντας όσο καλύτερα μπορεί να κρατήσει υπό έλεγχο τη φιλοδοξία και την επιθυμία του για θέση. Ελπίζει να πετύχει αποτελέσματα και να αποδώσει καλύτερα μέσα από τις δικές του προσπάθειες, προετοιμάζοντας επαρκές ανάστημα ώστε να πληροί ο ίδιος τις προϋποθέσεις για να γίνει επικεφαλής ή εργάτης. Ελπίζει, επίσης, οι προσπάθειές του να γίνουν αντιληπτές και να αναγνωριστούν από τους αδελφούς και τις αδελφές, και να εκλεγεί μελλοντικά επικεφαλής. Κάποιος που έχει αίσθημα ντροπής, ακόμα κι αν έχει τη φιλοδοξία να εκλεγεί επικεφαλής, δεν παύει να κάνει σχετικά ορθολογικά πράγματα που βρίσκονται εντός των ορίων της συνείδησης και της λογικής. Με άλλα λόγια, ακόμα κι αν έχει τις φιλοδοξίες της διεφθαρμένης ανθρωπότητας, δεν παύει να νοιάζεται για την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά του· χωρίς να θυσιάζει την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά του, κάνει πράγματα που, σύμφωνα με τις σκέψεις και τις αντιλήψεις της διεφθαρμένης ανθρωπότητας, θεωρούνται σωστά, ορθά και σχετικά θετικά. Έτσι, κάποιος που έχει αίσθημα ντροπής παρουσιάζει αυτό το αίσθημα ντροπής πάρα πολύ ξεκάθαρα ακόμα κι όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τη θέση και την επιθυμία. Ακόμα κι αν αγαπά τη θέση και θέλει να γίνει επικεφαλής, εξακολουθεί να νοιάζεται για την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά του· δηλαδή, οι σκέψεις και οι απόψεις του σχετικά με τέτοια ζητήματα, καθώς και οι τρόποι και οι αρχές βάσει των οποίων ενεργεί, χαρακτηρίζονται από σχετικό ορθολογισμό και θετικότητα. Κατ’ αρχάς, δεν κατασκευάζει γεγονότα για να κερδίσει με απάτη την εμπιστοσύνη ή την υψηλή εκτίμηση των ανθρώπων· επιπλέον, δεν χρησιμοποιεί γλυκόλογα και μια ψεύτικη εξωτερική εμφάνιση για να ξεγελάσει τους ανθρώπους ώστε να τον συμπαθήσουν, με σκοπό να κερδίσει την υψηλή εκτίμησή τους. Ακόμα κι αν αγαπάει τη θέση και θέλει να εκλεγεί επικεφαλής, δεν επινοεί πράγματα, δεν εμπλέκεται σε εξαπάτηση ούτε χρησιμοποιεί τακτικές. Πιστεύει ότι η βασική αρχή που πρέπει να τηρεί περισσότερο είναι να ενεργεί προσγειωμένα, καταβάλλοντας φιλόπονη προσπάθεια για να κάνει αυτά που απαιτεί ο Θεός και αυτά που είναι σωστά, πασχίζοντας να τα κάνει καλά και αφιερώνοντας περισσότερη προσπάθεια προς την κατεύθυνση της αλήθειας. Σκέφτεται μέσα του: «Αν κατανοήσω περισσότερο την αλήθεια και ξέρω πώς να συναναστρέφομαι σχετικά με την αλήθεια, δεν θα με εκλέξουν επικεφαλής οι αδελφοί και οι αδελφές;» Ελπίζει να κερδίσει αναγνώριση μέσω των δικών του προσπαθειών, βιώνοντας πρακτικά αυτές τις εκδηλώσεις της συνείδησης και της λογικής, και όχι μέσα από επινοήσεις. Για να το πούμε με απλά λόγια, θέλει να κερδίσει αναγνώριση βασισμένος στις αληθινές του ικανότητες, στα πραγματικά του ταλέντα και στο πρακτικό του έργο, και στη συνέχεια να έχει την ευκαιρία να εκλεγεί επικεφαλής. Λοιπόν, θεωρείς ότι τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν αίσθημα ντροπής; (Ναι.) Θα έλεγες ότι αυτό είναι μια αντικειμενική αξιολόγηση αυτού του είδους ανθρώπου; (Είναι.) Από ποια άποψη είναι αντικειμενική; (Αν και ένας άνθρωπος αυτού του είδους αγαπάει κι αυτός τη φήμη και τη θέση και έχει φιλοδοξίες και επιθυμίες, μπορεί να χρησιμοποιήσει τα πρότυπα της συνείδησης για να συγκρατηθεί, και νοιάζεται για την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά του. Δεν επιδίδεται σε προσποίηση ούτε σε εξαπάτηση για να κερδίσει την υψηλή εκτίμηση και την εμπιστοσύνη των ανθρώπων· αντίθετα, θέλει να κερδίσει την αναγνώριση πληρώνοντας πραγματικά το τίμημα και καταβάλλοντας πραγματικά προσπάθεια. Νιώθω ότι, συγκριτικά μιλώντας, τέτοιοι άνθρωποι έχουν κάποιο αίσθημα ντροπής.) Αν, μπροστά στη θέση, κάποιος δεν παρουσιάζει καν τις εκδηλώσεις της συνείδησης και της λογικής, αλλά οι άλλοι συνεχίζουν να λένε ότι έχει αίσθημα ντροπής, δεν είναι κενά και μη πρακτικά αυτά τα λόγια; (Ναι.) Τότε, υπό ποιες συνθήκες είναι αντικειμενικό και δεν είναι κενό να λέμε ότι κάποιος έχει αίσθημα ντροπής; Όταν διαθέτει πραγματικά τις εκδηλώσεις της συνείδησης και της λογικής όποτε αντιμετωπίζει ζητήματα, πράγμα που περιλαμβάνει την εκδήλωση ενός αισθήματος ντροπής που βρίσκεται στην κανονική ανθρώπινη φύση. Είναι το αίσθημα ντροπής κάτι που πρέπει να διαθέτουν όσοι έχουν κανονική ανθρώπινη φύση; (Ναι.)
Τι εκδηλώσεις έχει ένας άνθρωπος με αίσθημα ντροπής όταν είναι ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους; Αναλαμβάνει πρακτική δράση. Δεν βασίζεται σε μέσα όπως το «γλείψιμο» και η κολακεία, η δημιουργία κλίκας, η υποκίνηση των άλλων, η επινόηση πραγμάτων που δεν ισχύουν, η προσποίηση, η εξαπάτηση, το ψέμα ή το να ενεργεί με έναν τρόπο μπροστά στους άλλους και με άλλον πίσω από την πλάτη τους, για να αποκτήσει το κύρος και τη θέση που θέλει· αντίθετα, δεν σηκώνει κεφάλι από τη δουλειά. Ποιο είναι το αντικειμενικό γεγονός εδώ; Ότι, επειδή οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής έχουν διεφθαρμένες διαθέσεις, είναι πολύ φυσικό να παρουσιάζουν κάποιες ιδιότητες, σκέψεις και απόψεις, καθώς και φιλοδοξίες και επιθυμίες της διεφθαρμένης ανθρωπότητας· είναι πολύ φυσιολογικό αυτό. Όμως, παρόλο που έχουν και φιλοδοξίες και αγαπούν τη θέση, οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής δεν θα χρησιμοποιήσουν ασυνήθιστα μέσα για να κερδίσουν θέση· αντίθετα, θέλουν να βασίζονται στις αληθινές τους ικανότητες για να ενεργήσουν πρακτικά. Φυσικά, αν ένας τέτοιου είδους άνθρωπος ανταποκρίνεται στα πρότυπα όσον αφορά το επίπεδο, την ανθρώπινη φύση και όλες τις άλλες πτυχές, δεν είναι παρά θέμα χρόνου το να εκλεγεί επικεφαλής. Όμως, σε μια κοινωνική ομάδα ή στον χώρο εργασίας, τι γίνεται τελικά με αυτούς τους ανθρώπους που διαθέτουν συνείδηση και λογική; Όχι μόνο δεν πρόκειται να προαχθούν ή να τοποθετηθούν σε σημαντικά πόστα, αλλά θα υποστούν μάλιστα περιθωριοποίηση και καταπίεση. Δεν «γλείφουν» ούτε κολακεύουν, ούτε προσπαθούν να κερδίσουν την εύνοια των προϊσταμένων ή να τους προσφέρουν δώρα, πόσο μάλλον προσπαθούν να αναπτύξουν καλές σχέσεις με τους συναδέλφους τους. Δεν χρησιμοποιούν τακτικές ούτε προσπαθούν να εξαπατήσουν, ούτε χρησιμοποιούν πονηρές φιλοσοφίες για τις κοσμικές αλληλεπιδράσεις ώστε να παίζουν σε διπλό ταμπλό. Αν τους ζητούσες να κάνουν αυτά τα πράγματα, θα ένιωθαν πάντα αμήχανα· δεν θα τους πήγαινε η καρδιά να τα κάνουν. Αν τους ζητούσες να «γλείφουν» τους προϊσταμένους και να λένε μόνο καλά λόγια γι’ αυτούς, δεν θα τους πήγαινε η καρδιά να το κάνουν, καθώς δεν βλέπουν το παραμικρό καλό στους προϊσταμένους. Αν πήγαιναν κόντρα στο πώς ένιωθαν πραγματικά κι έκαναν ένα κολακευτικό σχόλιο, όπως: «Οι προϊστάμενοι αντιμετωπίζουν μυριάδες ζητήματα κάθε μέρα και σκίζονται για μας», θα ντρέπονταν και, αργότερα, αφότου το έλεγαν, θα χτύπαγαν το κεφάλι τους στον τοίχο. Σκέφτονται μέσα τους: «Αυτοί οι προϊστάμενοι όλη μέρα τρώνε, πίνουν και διασκεδάζουν· είναι χοντροί και ροδαλοί. Πώς αντιμετωπίζουν μυριάδες ζητήματα κάθε μέρα; Είναι όλοι διεφθαρμένοι αξιωματούχοι που δεν κάνουν καθόλου απ’ το έργο που οφείλουν να κάνουν, αλλά μόνο τρώνε, πίνουν, πηγαίνουν σε πόρνες και τζογάρουν. Είναι όλοι διάβολοι που τρώνε ανθρώπινη σάρκα και πίνουν ανθρώπινο αίμα!» Μέσα τους μισούν βαθιά αυτούς τους ανθρώπους και δεν θέλουν να πάνε κόντρα στο πώς νιώθουν πραγματικά και να τους πουν την παραμικρή λέξη «γλειψίματος». Θεωρούν ότι είναι εμετικό να «γλείφουν» και ούτε νεκροί δεν θα έλεγαν τέτοια πράγματα. Αν και έχουν μολυνθεί κάπως από τις κοινωνικές τάσεις και μπορούν να πουν κάποια πράγματα που πάνε κόντρα στο πώς νιώθουν πραγματικά, έχουν ένα όριο· δεν πρόκειται να το παρακάνουν και δεν πρόκειται να «γλείψουν» υπερβολικά. Αν όντως προσφέρουν δώρα και ζητούν χάρες για να γίνει κάτι, το κάνουν επειδή δεν είχαν άλλη επιλογή. Μόνο όταν βρεθούν πραγματικά στριμωγμένοι και δεν έχουν άλλες επιλογές, θα πάνε κόντρα στο πώς νιώθουν πραγματικά και θα κάνουν κάτι τέτοιο. Αλλά μόλις το κάνουν, θα το μετανιώσουν. Θα νιώσουν ότι έχουν χάσει την αξιοπρέπειά τους και θα ντρέπονται υπερβολικά να κοιτάξουν στα μάτια τον οποιονδήποτε. Θα μείνει ένα σημάδι στην καρδιά τους και δεν θα μπορέσουν να το ξεπεράσουν για το υπόλοιπο της ζωής τους. Όταν αυτοί που έχουν αίσθημα ντροπής βρεθούν σε συγκεκριμένες ειδικές περιστάσεις όπου, επειδή νιώθουν αβοήθητοι ή εξαιτίας των πιέσεων της ζωής ή εξωτερικών πιέσεων, δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να κάνουν πράγματα που τους οδηγούν να χάσουν την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά τους, αυτό γίνεται πηγή ταπείνωσης για την υπόλοιπη ζωή τους. Όποτε το σκέφτονται, νιώθουν τύψεις και έναν αμβλύ πόνο στην καρδιά τους, και ορκίζονται να μην ξανακάνουν ποτέ κάτι τέτοιο.
Το να έχει κανείς αίσθημα ντροπής αποτελεί ένα προφανές χαρακτηριστικό ανάμεσα στις ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης. Αυτό το χαρακτηριστικό μπορεί να συγκρατήσει τους ανθρώπους από το να κάνουν πράγματα που υπονομεύουν την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά τους ή να τους βοηθήσει να μην κάνουν τέτοια πράγματα τόσο πολύ. Μπορεί, επίσης, να τους προστατεύσει από το να υπερβούν τα όρια της συνείδησης και της λογικής, και να τους βοηθήσει να επιλέξουν να κάνουν σχετικά θετικά και σωστά πράγματα. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ακόμα κι όταν πρόκειται για θέση, για προσωπικά συμφέροντα και για χρήματα, κι ακόμα και για χάρη του να τα βγάλουν πέρα και να επιβιώσουν, οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής και πάλι συγκρατούνται από τη συνείδηση και τη λογική τους σε ό,τι κι αν κάνουν και δεν πρόκειται να υπερβούν αυτά τα όρια. Αν καμιά φορά τα υπερβούν πράγματι και κάνουν πράγματα που πηγαίνουν κόντρα στη συνείδηση και τη λογική τους, με αποτέλεσμα να απωλέσουν την αξιοπρέπειά τους και να χάσουν την ακεραιότητά τους, τότε το αίσθημα ντροπής τους θα γίνει ακόμα πιο έντονο, και θα ενταθεί το αίσθημα μομφής στη συνείδησή τους. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι ένας τέτοιος άνθρωπος, μόλις υπερβεί τα όρια που θέτει το αίσθημα ντροπής του ή ξεφύγει από τον έλεγχο και τη συγκράτηση που του παρέχει το αίσθημα ντροπής, θα νιώσει ακόμα μεγαλύτερη ανησυχία και ενοχές, και θα κατηγορεί τον εαυτό του ακόμα περισσότερο. Έτσι, βλέπεις ότι, όταν άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής βρίσκονται μπροστά σε ανθρώπους με θέση και παράστημα, φαίνονται πολύ απομονωμένοι και έξω από τα νερά τους, δίνοντας μάλιστα στους άλλους την εντύπωση ότι είναι κάπως ιδιόρρυθμοι. Όσοι δεν έχουν την παραμικρή συνείδηση και λογική τα πάνε τέλεια μεταξύ τους, ενώ οι άνθρωποι που έχουν συνείδηση και λογική νιώθουν ιδιαίτερα άβολα όταν βρίσκονται μαζί με τέτοιους ανθρώπους. Οι άνθρωποι που δεν έχουν συνείδηση και λογική δεν στενοχωριούνται μέσα τους, όσο κι αν έρχονται σε αντίθεση με τα γεγονότα τα λόγια τους, ούτε αισθάνονται τίποτα, όσο ξεδιάντροπα κι αν είναι αυτά που λένε. Αντίθετα, επειδή οι άνθρωποι που έχουν συνείδηση και λογική διαθέτουν αίσθημα ντροπής, όχι μόνο δεν τους πάει η καρδιά να πουν τέτοια πράγματα, αλλά επίσης αισθάνονται άβολα και το θεωρούν ανυπόφορο να ακούνε τέτοια πράγματα. Έτσι, η αλληλεπίδραση με ανθρώπους που δεν έχουν αίσθημα ντροπής είναι γι’ αυτούς ένα είδος βασανιστηρίου. Αυτό το βασανιστήριο πηγάζει, αφενός, από το δικό τους αίσθημα ντροπής και, αφετέρου, από την περιθωριοποίηση που υφίστανται από τους άλλους. Επειδή οι αρχές τους όσον αφορά τη διαγωγή και τον χειρισμό των ζητημάτων κάνουν τους άλλους να τους θεωρούν πολύ αλλόκοτους και ιδιόρρυθμους, σαν να είναι εντελώς αποκομμένοι από τις κοσμικές υποθέσεις, και θεωρούνται ψευδευλαβείς, οι άνθρωποι τους αποκλείουν ή μένουν μακριά τους. Επομένως, αυτό το είδος ανθρώπου θα βρεθεί στο περιθώριο μεταξύ των άπιστων, ειδικά στον χώρο εργασίας· σύμφωνα με τα λόγια των άπιστων, τέτοιοι άνθρωποι δεν είναι πουθενά ευπρόσδεκτοι. Όλοι οι άπιστοι θέλουν να αναρριχηθούν στην κοινωνική κλίμακα χρησιμοποιώντας κάθε λογής ασυνήθιστα μέσα, καταφεύγοντας σε κάθε απαραίτητο μέσο για να πάρουν αυτό που θέλουν. Αντίθετα, οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής θέλουν πάντα να βγάζουν τα προς το ζην δίκαια, λογικά και αμερόληπτα, βασιζόμενοι στις ικανότητές τους. Αυτό δεν πρόκειται να τους οδηγήσει πουθενά σε καμία κοινωνική ομάδα, επειδή σε οποιαδήποτε τέτοια ομάδα δεν είναι δίκαιοι οι κανόνες του παιχνιδιού· αντίθετα, όλοι ακολουθούν άγραφους κανόνες. Αυτοί που ευημερούν και έχουν κύρος είναι επιδέξιοι στο να ζουν σύμφωνα με αυτούς τους άγραφους κανόνες, ενώ αυτοί που έχουν αίσθημα ντροπής, επειδή διαφυλάσσουν την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά τους, δεν μπορούν ποτέ να αποδεχτούν τους άγραφους κανόνες της κοινωνίας. Δεν τους καταλαβαίνουν αυτούς τους κανόνες, δεν τους συμπαθούν και, ακόμα περισσότερο, αρνούνται να τους χρησιμοποιήσουν. Έτσι, μέσα στις ομάδες ανθρώπων, ενώ άλλοι μπορεί να παίρνουν προαγωγές ή να χαίρουν υψηλής εκτίμησης από τους προϊσταμένους, εκείνοι, επειδή έχουν αίσθημα ντροπής, πάντα μιλούν και ενεργούν αυστηρά σύμφωνα με τους κανόνες και λένε αυτά που έχουν στο μυαλό τους· κατά καιρούς, λοιπόν, καταλήγουν να προσβάλουν τους συναδέλφους και τους προϊσταμένου, αγγίζοντας τα ευαίσθητα σημεία των τελευταίων και λέγοντας ακριβώς τα λόγια που εκείνοι δεν θέλουν καθόλου να ακούσουν. Μέχρι να το αντιληφθούν αυτό, είναι ήδη πολύ αργά. Και τι συμβαίνει τελικά; Όσα χρόνια κι αν έχουν πασχίσει ή όσο καιρό κι αν έχουν στη δουλειά, δεν παίρνουν ποτέ προαγωγή ούτε τοποθετούνται σε σημαντικές θέσεις. Για όσους διαθέτουν συνείδηση, λογική και αίσθημα ντροπής, είναι ευτυχία ή βάσανο να ζουν ανάμεσα σε τέτοιους ανθρώπους; (Βάσανο.) Όταν δεν μπορούν να δουν καθαρά αυτήν την κοινωνία και αυτήν τη διεφθαρμένη ανθρωπότητα, προσπαθούν με κάθε μέσο να ενσωματωθούν σ’ αυτήν την κοινωνία και στους ανθρώπους ανάμεσα στους οποίους ζουν. Ωστόσο, επειδή διαθέτουν συνείδηση και λογική, δεν τους πάει η καρδιά να κάνουν πράγματα που πηγαίνουν κόντρα στην ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά τους. Έτσι, όσο σκληρά κι αν προσπαθούν και όση προσπάθεια κι αν καταβάλουν ή όσες θυσίες κι αν κάνουν, το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι δεν μπορούν ποτέ να ενσωματωθούν σ’ αυτήν την κοινωνία ούτε στους ανθρώπους ανάμεσα στους οποίους ζουν· ανάμεσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους, νιώθουν πάντα έξω από τα νερά τους και δεν ξέρουν καν το γιατί. Λένε στον εαυτό τους: «Αυτή η κοινωνία είναι τόσο άδικη. Αν δεν ξέρεις να χρησιμοποιείς τακτικές ή να “γλείφεις” και να κολακεύεις, και θέλεις πάντα να διαφυλάξεις την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά σου ή να πετύχεις τους στόχους σου, δεν θα καταφέρεις τίποτα σε καμία ομάδα ανθρώπων». Αυτή είναι η εμπειρία που αντλούν οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής από την επιβίωσή τους στην κοινωνία. Ποιο είναι το συναίσθημα που τους μένει στο τέλος; Αγαπούν αυτήν την ανθρώπινη κοινωνία ή είναι απογοητευμένοι από αυτήν; (Είναι απογοητευμένοι.) Δεν γίνεται παρά να είναι απογοητευμένοι. Ρίχνονται στην κοινωνία γεμάτοι ελπίδα, πιστεύοντας ότι οι καλοί άνθρωποι εξακολουθούν να αποτελούν την πλειοψηφία στην κοινωνία, ότι στην κοινωνία υπάρχει δικαιοσύνη, αμεροληψία κι ένας χώρος όπου οι άνθρωποι μπορούν να εκφράσουν τα επιχειρήματά τους. Αλλά μετά από τόσα χρόνια που τρέχουν πέρα-δώθε στην κοινωνία με τόσο κόπο, τι κερδίζουν τελικά για τον εαυτό τους; Αυτό που κερδίζουν είναι η συνειδητοποίηση ότι όχι μόνο δεν υπάρχει δικαιοσύνη κι αμεροληψία στον ανθρώπινο κόσμο, αλλά ότι αυτός είναι και καταχθόνιος. Όταν σου ορμάει μια τίγρη, μπορείς τουλάχιστον να προσπαθήσεις να την αποφύγεις· όταν, όμως, σε κυνηγάνε άνθρωποι, δεν θα προλάβεις καν να προσπαθήσεις. Αυτό τους μείνει τελικά· καταλήγουν αποκαρδιωμένοι και απογοητευμένοι από την κοινωνία και την ανθρωπότητα. Θέλουν να μιμηθούν αυτούς τους ανθρώπους χρησιμοποιώντας τακτικές, «γλείψιμο» και κολακείες, προσεγγίζοντας προϊσταμένους και ανώτερους, προσφέροντας δώρα και κερδίζοντας τη συμπάθεια των άλλων, αλλά όσο κι αν προσπαθούν, δεν μπορούν ποτέ να μάθουν πώς να τα κάνουν όλα αυτά. Δεν μπορούν καν να πουν άνετα κάποια κολακευτικά λόγια και, όταν το προσπαθούν, γίνονται ρεζίλι και να καταλήγουν να γίνουν περίγελος. Ωστόσο, καθώς ζουν σ’ αυτήν την κοινωνία, δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να ενεργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Κάθε μέρα, η συνείδησή τους είναι γεμάτη αυτοκατηγορία και ένα αίσθημα ανησυχίας. Νιώθουν ότι δεν έχουν καμία ελπίδα στη ζωή· τα πάντα τούς προκαλούν είτε άγχος είτε πόνο και νιώθουν κάθε μέρα ένα αίσθημα αγανάκτησης. Είναι βασανιστικό γι’ αυτούς να έρχονται αντιμέτωποι με τα διάφορα προβλήματα που παρουσιάζονται σ’ αυτήν την κοινωνία και σ’ αυτήν την ομάδα ανθρώπων, και το βάσανο αυτό τους προκαλεί ένα τεράστιο αίσθημα ανησυχίας στην καρδιά τους. Αν και μαθαίνουν να λένε κάποια αναίσχυντα πράγματα ή να μιμούνται τους άλλους και να κάνουν πράγματα που πηγαίνουν κόντρα στη συνείδηση και στη λογική τους, μέσα τους νιώθουν ένα αίσθημα ανησυχίας, καθώς και αυτομομφή και αυτοκατηγορία. Όσο πιο άβολα αισθάνονται μέσα τους, τόσο περισσότερο μισούν αυτήν την κοινωνία και την ανθρωπότητα κατά βάθος, έτσι δεν είναι; (Ναι. Θα νιώσουν ότι αυτή η κοινωνία είναι άδικη και θα καταλήξουν να τη μισούν.) Θα μισούν την ανθρωπότητα και θα μισούν αυτήν την κοινωνία. Ελπίζουν να επικρατήσει η δικαιοσύνη και η αμεροληψία, ευελπιστώντας να εμφανιστεί κάποιος που θα μπορεί να υπερασπιστεί τη δικαιοσύνη και την αμεροληψία, και να υπάρχει ένας χώρος όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να εκφράσουν τα επιχειρήματά τους. Αλλά αυτά δεν είναι τίποτα παραπάνω από επιθυμίες· δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν στην αληθινή ζωή. Στην κοινωνία δεν υπάρχει χώρος για να εκφράσουν οι άνθρωποι τα επιχειρήματά τους. Αν και η επιρροή αυτής της κοινωνίας και η ζωή ανάμεσα σε διάφορες μοχθηρές ομάδες ανθρώπων τούς κάνουν να μολύνονται άθελά τους από πράγματα που γίνονται δημοφιλή και υποστηρίζονται από κακές τάσεις ή που είναι σχετικά της μόδας, δεν εξαφανίζεται ούτε αλλάζει ποτέ το αίσθημα ντροπής που κρύβουν βαθιά στην καρδιά τους ούτε η λαχτάρα τους για τη δικαιοσύνη και τα θετικά πράγματα. Μέσα στην καρδιά τους, συνεχίζουν να ελπίζουν ότι θα επικρατήσουν η δικαιοσύνη και η αμεροληψία, ώστε να μη χρειάζεται να φέρονται με τρόπο που πηγαίνει κόντρα στο πώς νιώθουν πραγματικά, να μη χρειάζεται να προδώσουν την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά τους, και να μη χρειάζεται να θυσιάσουν το αίσθημα ντροπής τους για χάρη του βιοπορισμού και της επιβίωσης, με το να ζουν και να φέρονται τόσο ξεδιάντροπα. Αν και η μακροχρόνια επαφή τους με την κοινωνία και τους διεφθαρμένους ανθρώπους τούς έχει κάνει να μολυνθούν από κάποιες κακές συνήθειες και να προσαρμοστούν στις κοινωνικές τάσεις, κι έτσι να φαίνεται λες και έχουν διαβρωθεί και σκοτεινιάσει η συνείδηση και η λογική τους, αν είναι αληθινά ανθρώπινα όντα, τότε η συνείδηση και η λογική τους δεν θα χαθούν ποτέ. Εφόσον η συνείδηση και η λογική τους δεν πρόκειται να χαθούν, το αίσθημα της ντροπής θα μείνει πάντα εκεί. Απλώς, εφόσον έχουν βρεθεί στην κοινωνία για τόσο καιρό και έχουν αποκτήσει πολλές γνώσεις και έχουν μάθει πολλές φιλοσοφίες για τις κοσμικές αλληλεπιδράσεις, έχουν υιοθετήσει κάποιες κακές συνήθειες στην ανθρώπινη φύση τους και έχουν αποκτήσει στη διάθεσή τους κάποια στοιχεία του Σατανά και των διαβόλων, οπότε η συνείδηση και η λογική τους είναι σχετικά μουδιασμένες και νωθρές. Όμως, όσο παραμένουν άνθρωποι και διαθέτουν στην ανθρώπινη φύση τους τις ιδιότητες της συνείδησης και της λογικής, το αίσθημα ντροπής τους θα είναι πάντα εκεί —άνθρωποι σαν αυτούς είναι εκείνοι που μπορούν να σωθούν.
Όταν κάποιος άνθρωπος διαθέτει συνείδηση και λογική, διαθέτει επίσης αίσθημα ντροπής. Κάποιος που έχει αίσθημα ντροπής είναι ένας άνθρωπος με ακεραιότητα και αξιοπρέπεια, κι ένας τέτοιος άνθρωπος θα αγαπάει τη δικαιοσύνη και την αμεροληψία, καθώς και τα θετικά πράγματα. Αν κρίνουμε, δηλαδή, από τη φύση-ουσία του, αγαπάει τα θετικά πράγματα· απλώς, πριν καταλάβει ποια είναι τα θετικά πράγματα, δεν ξέρει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να του αρέσει. Μόλις καταλάβει ποια είναι τα θετικά και τα αρνητικά πράγματα, η προτίμησή του για τα θετικά γίνεται πιο συγκεκριμένη και ακριβής. Αν κάποιος διαθέτει συνείδηση και λογική, μια βασική εκδήλωση των ιδιοτήτων της ανθρώπινης φύσης του είναι η αγάπη για τη δικαιοσύνη και την αμεροληψία. Ελπίζει ότι, καθώς ζει ανάμεσα στους άλλους, θα λαμβάνει δίκαιη μεταχείριση, χωρίς να χρειάζεται να χρησιμοποιεί τακτικές ή τεχνάσματα και χωρίς να πρέπει να ακολουθεί άγραφους κανόνες. Ελπίζει ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ανθρώπων θα μπορούν να είναι δίκαιες και ότι οι άνθρωποι θα μπορούν να λαμβάνουν δίκαιη μεταχείριση. Ελπίζει, δηλαδή, να μπορούν τα πράγματα να είναι απλά και ξεκάθαρα: Αν έκανες κάποιο λάθος, έκανες λάθος και πρέπει να λάβεις την τιμωρία που σου αξίζει, ενώ αν δεν έκανες κανένα λάθος και έχεις κάνει κάποια συνεισφορά, πρέπει να ανταμειφθείς. Αν οι άνθρωποι διαθέτουν δεξιότητες, αληθινή γνώση και πρακτική εκπαίδευση, πρέπει να τυγχάνουν σεβασμού, να προάγονται και να τοποθετούνται σε σημαντικά πόστα. Αν δεν έχουν αληθινή γνώση και πρακτική εκπαίδευση, δεν πρέπει να τοποθετούνται σε σημαντικά πόστα. Όσοι έχουν συνείδηση και λογική συμπαθούν πολύ τέτοιους ανθρώπους και τους αρέσει ένα τέτοιου είδους περιβάλλον διαβίωσης. Ακόμα κι αν, ύστερα από πολύ καιρό που βρίσκονται στην κοινωνία, έχουν αναπτύξει κάποιες κακές συνήθειες ή έχουν αποδεχτεί κάποιες παράλογες σκέψεις και απόψεις εξαιτίας της επιρροής κακών τάσεων, και έχουν βιώσει αναποδιές και έχουν προσκρούσει σε εμπόδια, τελικά νιώθουν ότι το σωστό είναι να επιστρέψουν στο να έχουν αίσθημα ντροπής. Στις πράξεις τους, θα επιστρέψουν χωρίς να το συνειδητοποιούν στην αρχή της διαφύλαξης της ακεραιότητας και της αξιοπρέπειάς τους. Όταν ένας άνθρωπος αυτού του είδους περνάει πολύ καιρό στην κοινωνία και ανάμεσα στους άλλους, και επηρεάζεται από αυτούς, είναι σαν να ρίχνεται ένα κομμάτι εκλεκτού νεφρίτη σε μια χωματερή και να καλύπτεται από βρομιά. Ακόμα κι αν η βρομιά είναι πολύ πηχτή και ρυπαρή, η ουσία του νεφρίτη παραμένει αμετάβλητη· μόλις αφαιρεθεί η βρομιά, αυτό που αποκαλύπτεται είναι και πάλι ένα κομμάτι νεφρίτη. Επομένως, όταν άνθρωποι που διαθέτουν συνείδηση, λογική και αίσθημα ντροπής προσέρχονται στον οίκο του Θεού, το περιβάλλον διαβίωσης εκεί, καθώς και το έργο που κάνει ο Θεός και τα λόγια που εκφράζει, ικανοποιούν απόλυτα τις ανάγκες που βρίσκονται βαθιά μέσα στην καρδιά τους. Ποιες είναι αυτές οι ανάγκες που βρίσκονται βαθιά μέσα στην καρδιά τους; Αγαπάνε τη δικαιοσύνη και την αμεροληψία, αγαπάνε τα θετικά πράγματα, απεχθάνονται τη μοχθηρία, απεχθάνονται τους άγραφους κανόνες της κοινωνίας, και απεχθάνονται τις εσωτερικές συγκρούσεις και τις πισώπλατες μαχαιριές μεταξύ των ανθρώπων. Τέτοιοι άνθρωποι, αν προσέλθουν στον οίκο του Θεού και, μέσω της εμπειρίας της έκθεσης, της κρίσης και της παίδευσης των λόγων του Θεού, και στη συνέχεια της υποβολής στις δοκιμασίες και τον εξευγενισμό του Θεού, και τελικά της υποταγής στα λόγια του Θεού και της αποδοχής της κρίσης και της παίδευσης των λόγων Του, αποτινάξουν σιγά σιγά τις διάφορες διεφθαρμένες διαθέσεις που αποκαλύπτονται από την ανθρώπινη φύση τους, καθώς και την κοινή βρομιά και τις κοινές κακές συνήθειες που υπάρχουν μέσα τους, τότε θα γίνουν νέοι άνθρωποι. Με άλλα λόγια, μόλις οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής φτάσουν στο σημείο να πληρούν αυτό το βασικό πρότυπο της ανθρώπινης φύσης —να αποδέχονται την αλήθεια, να υποτάσσονται στα λόγια του Θεού και να βλέπουν τους ανθρώπους και τα πράγματα, καθώς και να φέρονται και να ενεργούν σύμφωνα με τα λόγια του Θεού— τότε μπορούν, με βάση τα λόγια του Θεού, να αναγνωρίσουν τις διεφθαρμένες τους διαθέσεις και τις διάφορες εσφαλμένες σκέψεις και απόψεις τους, καθώς και τους λανθασμένους τρόπους διαγωγής τους και τα λανθασμένα μονοπάτια που έχουν επιλέξει. Είτε κάποιος έμαθε αυτά τα πράγματα από την κοινωνία είτε αυτά προήλθαν απευθείας από τη διαφθορά του Σατανά, αν διαθέτει αίσθημα ντροπής, τότε, αφού αποδεχτεί τα λόγια του Θεού, θα μπορεί να κάνει πράξη την αλήθεια και να αποτινάξει σταδιακά αυτές τις διεφθαρμένες διαθέσεις, κι έτσι θα έχει μεγάλη ελπίδα να φτάσει στη σωτηρία.
Αν κάποιος δεν έχει κανένα αίσθημα ντροπής, τότε απλούστατα δεν διαθέτει αυτήν τη βασική προϋπόθεση της ανθρώπινης φύσης: να αποδέχεται τα λόγια του Θεού, να υποτάσσεται στα λόγια του Θεού, να βλέπει τους ανθρώπους και τα πράγματα, καθώς και να φέρεται και να ενεργεί σύμφωνα με τα λόγια του Θεού. Γιατί δεν πληροί αυτήν τη βασική προϋπόθεση; Επειδή οι άνθρωποι που δεν έχουν αίσθημα ντροπής δεν αποστρέφονται τα αρνητικά πράγματα, τις διάφορες κακές τάσεις της κοινωνίας ή τις φιλοσοφίες του Σατανά· αντίθετα, τους αρέσουν αυτά τα πράγματα και μπορούν μάλιστα να αποδέχονται, να υποστηρίζουν και να διαδίδουν αυτές τις οπτικές. Δεν θεωρούν ότι κάτι τέτοιο είναι ντροπιαστικό ούτε νιώθουν ότι πηγαίνει κόντρα στη συνείδηση και τη λογική. Δηλαδή, δεν έχουν το παραμικρό συναίσθημα ντροπής. Όσο κι αν χρησιμοποιούν τακτικές ή κάνουν πράγματα που πηγαίνουν κόντρα στο πώς νιώθουν πραγματικά, δεν ντρέπονται. Όσοι έχουν ανθρώπινη φύση και αίσθημα ντροπής ντρέπονται για λογαριασμό τους, αλλά όσοι δεν έχουν αίσθημα ντροπής όχι μόνο δεν αηδιάζουν καθόλου όταν κάνουν αυτά τα πράγματα, αλλά στην πραγματικότητα τα απολαμβάνουν. Οι άνθρωποι που δεν έχουν αίσθημα ντροπής, σ’ αυτόν τον τεράστιο βόθρο της κοινωνίας, βρίσκονται στο στοιχείο τους, χωρίς κανένα αίσθημα αηδίας ή μίσους —εκεί ακριβώς χαζολογούν. Μισούν τη δικαιοσύνη και την αμεροληψία, και μισούν επίσης να τους μεταχειρίζονται δίκαια οι άλλοι. Απλούστατα, τους αρέσουν αυτοί οι άδικοι και μεροληπτικοί τρόποι της κοινωνίας, καθώς κάτι τέτοιο τους δίνει την ευκαιρία να πάρουν αυτό που θέλουν με διάφορα αθέμιτα μέσα. Θεωρούν ότι η αδικία είναι κάτι υπέροχο και ότι αυτές οι κακές τάσεις και οι άγραφοι κανόνες είναι κάτι το θαυμάσιο. Γιατί τους φαίνονται τόσο υπέροχα αυτά; Επειδή οι διάφορες τάσεις και άγραφοι κανόνες αυτού του μοχθηρού ανθρώπινου κόσμου τούς επιτρέπουν να παίρνουν αυτό που θέλουν, ικανοποιώντας τις φιλοδοξίες και τις επιθυμίες τους, καθώς και τις διάφορες μοχθηρές απαιτήσεις τους. Έτσι, θεωρούν ότι αυτός ο κόσμος είναι θαυμάσιος. Αν εμφανίζονταν στην κοινωνία δικαιοσύνη και αμεροληψία, αυτοί δεν θα είχαν χώρο να επιβιώσουν και δεν θα μπορούσαν να υλοποιήσουν τις φιλοδοξίες και τις επιθυμίες τους. Ακριβώς επειδή η κοινωνία είναι άδικη και έχει άγραφους κανόνες, έχουν αυτοί την ευκαιρία να ευημερήσουν και να ξεχωρίσουν από τους υπόλοιπους. Αν αυτός ο κόσμος χαρακτηριζόταν από δικαιοσύνη και αμεροληψία, αυτοί οι μοχθηροί άνθρωποι που δεν έχουν αίσθημα ντροπής δεν θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν. Επομένως, όταν ακούνε λόγια δικαιοσύνης και αμεροληψίας, αηδιάζουν πάρα πολύ με αυτά και γίνονται έξαλλοι. Αντίθετα, οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής, όταν ακούνε λόγια δικαιοσύνης και αμεροληψίας, αισθάνονται μέσα τους ότι η ζωή είναι γεμάτη φως και έχουν ελπίδα. Καθώς βλέπουν το φως, η καρδιά τους απελευθερώνεται. Αν δουν ότι η κοινωνία είναι γεμάτη μοχθηρία και ότι όλοι οι άνθρωποι ζουν σύμφωνα με τις φιλοσοφίες του Σατανά και ενεργούν με βάση άγραφους κανόνες, αισθάνονται ότι ο δρόμος μπροστά τους είναι ζοφερός και δεν έχει φως. Επομένως, όσον αφορά εκείνους που έχουν αίσθημα ντροπής, η εμφάνιση και το έργο του Θεού, καθώς και οι αλήθειες που εκφράζει ο Θεός, είναι ακριβώς αυτά που χρειάζεται ο εσωτερικός τους κόσμος, και είναι επίσης εκείνα για τα οποία διψούν κι εκείνα που ελπίζουν μέσα στην καρδιά τους. Η εμφάνιση του Θεού, το έργο Του και το γεγονός ότι στον οίκο του Θεού βασιλεύει η αλήθεια επιτρέπουν σε όσους έχουν αίσθημα ντροπής και τις ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης να διαβλέπουν την ελπίδα και να βλέπουν το φως. Αφότου προσέλθουν στον οίκο του Θεού, παρόλο που εξακολουθούν να κυριαρχούν οι διεφθαρμένες τους διαθέσεις όταν μιλούν και ενεργούν, μέσα τους λαχταρούν τα θετικά πράγματα και είναι πρόθυμοι να αποδεχτούν την αλήθεια. Όσον αφορά τις ανάγκες της ανθρώπινης φύσης τους, οι άνθρωποι αυτοί διέπονται από τη συνείδηση και τη λογική, μπορούν να συγκρατήσουν τα λόγια και τις πράξεις τους, κι εκείνοι μπορούν να γνωρίσουν τον εαυτό τους όταν αποκαλύπτουν διαφθορά. Εάν καταφέρουν να κατανοήσουν την αλήθεια και να ενεργούν σύμφωνα με τις αρχές, μπορούν να κερδίσουν την έγκριση του Θεού. Καθώς ζουν στον οίκο του Θεού, αισθάνονται ελπίδα· βλέπουν ένα λαμπρό μέλλον μπροστά τους και η καρδιά τους γεμίζει ελπίδα. Όποτε λέγεται ότι «στον οίκο του Θεού βασιλεύει η αλήθεια, ο Θεός είναι δίκαιος, και όπου βασιλεύει ο Θεός υπάρχει δικαιοσύνη και αμεροληψία», οι άνθρωποι που έχουν συνείδηση και λογική αισθάνονται χαρά και παρηγοριά στην καρδιά τους και, φυσικά, το λαχταράνε κιόλας. Τι σημαίνει «λαχταράνε»; Σημαίνει ότι, όταν λέγεται ότι «στον οίκο του Θεού βασιλεύει η αλήθεια», αισθάνονται χαρούμενοι και απελευθερωμένοι στην καρδιά τους· βαθιά μέσα τους, λένε «αμήν» σ’ αυτά τα λόγια και νιώθουν κάποιου είδους ευχαρίστηση. Όταν λέγεται ότι «στον οίκο του Θεού βασιλεύει η αλήθεια και, όπου εργάζεται ο Θεός, βασιλεύουν η δικαιοσύνη και η αμεροληψία», οι άνθρωποι που διαθέτουν στην ανθρώπινη φύση τους τις ιδιότητες της συνείδησης και της λογικής αισθάνονται ιδιαίτερα ικανοποιημένοι μέσα τους. Αυτές οι δύο δηλώσεις δίνουν κατεύθυνση στη ζωή τους και, επίσης, ικανοποιούν τις ανάγκες της ανθρώπινης φύσης τους. Μπορεί να μην κατανοούν απαραίτητα μεγάλο μέρος της αλήθειας και ίσως να μην μπορούν απαραίτητα να κάνουν πράξη πολλά από τα λόγια του Θεού, αλλά στο άκουσμα και μόνο της φράσης «στον οίκο του Θεού βασιλεύει η αλήθεια», αισθάνονται ιδιαίτερη παρηγοριά και ικανοποίηση στην καρδιά τους. Αυτή η φράση έχει μεγάλη απήχηση μέσα τους και αγγίζει την καρδιά τους· αυτή είναι μια εκδήλωση των αναγκών της ανθρώπινης φύσης τους. Η στάση ενός ανθρώπου απέναντι σ’ αυτήν τη φράση και το τι αισθάνεται βαθιά μέσα στην καρδιά του λέει πολλά για την ουσία και την ταξινόμησή του. Βλέπεις, όταν οι σατανάδες και οι διάβολοι ακούνε τη φράση «στον οίκο του Θεού βασιλεύει η αλήθεια», αισθάνονται αηδία: «Τι εννοείς “βασιλεύει η αλήθεια”; Δεν έχω δει την αλήθεια να βασιλεύει!» Όταν ακούνε τη φράση «στον οίκο του Θεού βασιλεύει η αλήθεια», νιώθουν λες και αυτή τους καταδικάζει και απειλεί τη ζωή τους, γι’ αυτό και αηδιάζουν μ’ αυτήν· έτσι αντιδρούν οι σατανάδες και οι διάβολοι όταν ακούνε αυτά τα λόγια. Αντίθετα, όταν ακούνε αυτά τα λόγια οι μπερδεμένοι άνθρωποι και αυτοί που είναι των ζώων, αναγνωρίζουν λεκτικά ότι στον οίκο του Θεού βασιλεύει η αλήθεια, αλλά μέσα τους δεν νιώθουν απολύτως τίποτα. Δεν νιώθουν καμία ευτυχία ή χαρά ούτε αισθάνονται να έχει καμία απήχηση σ’ αυτούς. Αν και μπορούν να συμφωνήσουν με αυτήν τη δήλωση και δεν αντιτίθενται σ’ αυτή, δεν αποτελεί κάτι που χρειάζονται στην καρδιά τους. Ένας αληθινός άνθρωπος, όμως, είναι διαφορετικός. Τέτοιοι άνθρωποι λαχταρούν δικαιοσύνη και αμεροληψία και διψούν γι’ αυτές, οπότε, όταν ακούνε ότι στον οίκο του Θεού βασιλεύει η αλήθεια, η καρδιά τους ξεχειλίζει από ελπίδα. Ακόμα κι αν συναντήσουν κάποιες ιδιαίτερες δυσκολίες και αναποδιές ή υποστούν άδικη μεταχείριση από αντίχριστους και κακούς ανθρώπους, όταν σκέφτονται ότι στον οίκο του Θεού βασιλεύει η αλήθεια, η καρδιά τους γεμίζει ελπίδα, η κατάστασή τους βελτιώνεται συνεχώς, και μερικοί μάλιστα πλημμυρίζουν από απέραντη χαρά. Τα αισθήματα που νιώθει ένα αληθινό ανθρώπινο ον όταν ακούει τα λόγια «στον οίκο του Θεού βασιλεύει η αλήθεια» διαφέρουν από εκείνα που νιώθουν οι άνθρωποι οι οποίοι είναι του Σατανά και των διαβόλων ή οι οποίοι είναι των ζώων. Βλέπεις, όταν ένα κουνέλι βλέπει καρότα και χορτάρι, του αρέσουν και δεν σταματάει να τα μασουλάει. Όταν, όμως, βλέπει καρότα και χορτάρι ένας λύκος, νιώθει αηδία και λέει: «Τι το νόστιμο έχουν αυτά; Πιστεύω ότι τα κουνέλια και τα κοτόπουλα είναι πολύ πιο νόστιμα!» Όσο κι αν του λες ότι τα καρότα και το χορτάρι είναι θρεπτικά, ο λύκος παραμένει εντελώς ασυγκίνητος. Έτσι, οι άνθρωποι που έχουν μετενσαρκωθεί από ζώα, όταν ακούνε τα λόγια «στον οίκο του Θεού βασιλεύει η αλήθεια», αν και αναγνωρίζουν από την άποψη του δόγματος ότι αυτά τα λόγια είναι σωστά, κατά βάθος τούς προκαλούν αηδία. Δεν αποδέχονται καθόλου αυτά τα λόγια και δεν πρόκειται να αναγνωρίσουν ποτέ ότι είναι αληθινά. Αντίθετα, όταν ένας αληθινός άνθρωπος ακούει ότι «στον οίκο του Θεού βασιλεύει η αλήθεια, και με τον Θεό υπάρχει δικαιοσύνη και αμεροληψία», νιώθει ιδιαίτερη ικανοποίηση στην καρδιά του. Νιώθει ότι πλέον έχει ένα μονοπάτι και ότι υπάρχει ελπίδα γι’ αυτόν ως άνθρωπο. Βλέπεις, οι άνθρωποι διαφορετικών ταξινομήσεων έχουν διαφορετικές εκδηλώσεις στον τρόπο με τον οποίο χειρίζονται το ίδιο ζήτημα. Εφόσον ένας αληθινός άνθρωπος έχει τόσο προφανή αισθήματα απέναντι στη φράση «στον οίκο του Θεού βασιλεύει η αλήθεια», όσον αφορά άλλες αλήθειες —οι οποίες έχουν να κάνουν με συγκεκριμένους τρόπους άσκησης και με τις συγκεκριμένες διδασκαλίες του Θεού προς τους ανθρώπους— εκείνοι που διαθέτουν συνείδηση και λογική θα διψάνε ιδιαίτερα γι’ αυτές. Ακόμα κι αν προς το παρόν, όσο οι διεφθαρμένες τους διαθέσεις παραμένουν εντελώς αμετάβλητες, τους είναι κάπως δύσκολο να κάνουν πράξη την αλήθεια επειδή το ανάστημά τους είναι μικρό και έχουν διαφθαρεί υπερβολικά βαθιά από τον Σατανά, όποτε διαβάζουν αυτά τα λόγια του Θεού, συγκινούνται κατά βάθος και νιώθουν έμπνευση. Θα πάρουν την απόφαση να υποταχθούν στα λόγια του Θεού και να τα κάνουν πράξη. Γι’ αυτούς, τα λόγια του Θεού είναι η κινητήρια δύναμη που τους εμπνέει να παραμείνουν στην πορεία τους και, φυσικά, αποτελούν επίσης το πρακτικό μονοπάτι που πρέπει να επιδιώξουν για να γίνουν άνθρωποι που αγαπά ο Θεός. Για παράδειγμα, όταν ο Θεός μιλάει για τις ιστορίες του Νώε, του Ιώβ, του Αβραάμ και του Πέτρου, οι άνθρωποι που έχουν ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης αρχικά θα ζηλέψουν μόλις τις ακούσουν. Πόσο ζηλεύουν; Για να χρησιμοποιήσουμε μια ακατάλληλη έκφραση, «τους τρέχουν τα σάλια». Δηλαδή, όταν ακούνε ότι αυτοί οι άνθρωποι μπορούσαν να έχουν τέτοιον φόβο Θεού και τέτοια υποταγή στον Θεό, θέλουν κι αυτοί να γίνουν τέτοιοι άνθρωποι. Σκέφτονται: «Θέλω να λατρεύω τον Θεό όπως ο Ιώβ και ο Νώε, κι ελπίζω να πετύχω την απόλυτη υποταγή στον Θεό όπως ο Αβραάμ, χωρίς καμία προσωπική νοθεία». Έχουν ένα είδος λαχτάρας· δηλαδή, όταν ακούνε τις ιστορίες και τις μαρτυρίες αυτών των προσωπικοτήτων, οι καρδιές τους συγκινούνται, και νιώθουν έμπνευση. Τι σημαίνει το ότι συγκινούνται οι καρδιές τους; Σημαίνει ότι θέλουν να γίνουν τέτοιου είδους άνθρωποι. Νιώθουν ότι είναι καλό να είναι τέτοιου είδους άνθρωποι και ότι αυτό αποτελεί εσωτερική τους ανάγκη· νιώθουν ότι το να είναι τέτοιου είδους άνθρωποι τους επιτρέπει να ικανοποιούν τον Θεό, να υποτάσσονται στον Θεό και να καταθέτουν μαρτυρία για τον Θεό, και ότι αυτό είναι το πιο θαυμάσιο, το πιο ουσιαστικό και το πιο πολύτιμο πράγμα. Κατά την άποψή τους, αυτά τα πράγματα είναι τα πιο πολύτιμα και αυτά που αξίζουν περισσότερο εκτίμηση. Έτσι, όταν ακούνε γι’ αυτά τα θετικά πράγματα, συγκινούνται βαθιά μέσα τους· τα λατρεύουν ιδιαίτερα, δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτά και τους κάνουν μεγάλη εντύπωση. Επειδή αυτά τα πράγματα ικανοποιούν απόλυτα την εσωτερική τους ανάγκη για δικαιοσύνη και αμεροληψία, καθώς και τη δίψα τους για θετικά πράγματα, αυτά είναι εκείνα που τους ενδιαφέρουν και είναι εκείνα χωρίς τα οποία δεν μπορούν να ζήσουν. Όσο για τα πράγματα που είναι άνευ αξίας και χωρίς νόημα, γι’ αυτά δεν ενδιαφέρονται. Πριν έρθουν σε επαφή με την αλήθεια και τα λόγια του Θεού, ίσως να είχαν διαβάσει κάποια κοσμικά λογοτεχνικά έργα ή άρθρα σχετικά με οπτικές για τη ζωή και φιλοσοφίες ζωής, αλλά από τότε που άρχισαν να πιστεύουν στον Θεό και συνάντησαν τα λόγια Του, όταν συγκρίνουν αυτά τα πράγματα με τις ιστορίες των προσωπικοτήτων που αναφέρονται στα λόγια του Θεού ή με τις αλήθειες των λόγων Του, αυτά τα πράγματα του άπιστου κόσμου δεν τους αρέσουν πια· εκείνο που τους αρέσει περισσότερο είναι αυτό το περιεχόμενο που έχει σχέση με την αλήθεια. Δηλαδή, έχουν μια δίψα και μια λαχτάρα στην καρδιά τους για τα θετικά πράγματα, για τα λόγια του Θεού και για τις ιστορίες των προσωπικοτήτων που αφορούν την αλήθεια. Πάνω σε αυτό το θεμέλιο μπορούν οι άνθρωποι, βήμα βήμα, να κατανοήσουν την αλήθεια και να εισέλθουν στην αλήθεια-πραγματικότητα. Καταρχάς, τα θετικά πράγματα, η αλήθεια, καθώς και η δικαιοσύνη και η αμεροληψία, είναι οι ανάγκες της ανθρώπινης φύσης τους. Με αυτές τις ανάγκες στην ανθρώπινη φύση τους, όταν ακούνε την αλήθεια, μπορούν να δείξουν δίψα και λαχτάρα γι’ αυτήν, και μόνο τότε μπορούν να προχωρήσουν ένα βήμα παραπέρα για να την αποδεχτούν, να υποταχθούν σ’ αυτήν και να εισέλθουν σ’ αυτή. Μόνο τέτοιοι άνθρωποι έχουν ελπίδα να εξαγνιστούν και να σωθούν. Επομένως, είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς αίσθημα ντροπής στην ανθρώπινη φύση του.
Αν ζητούσες από κάποιον που διαθέτει αίσθημα ντροπής να παραβιάσει την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά του, θα ένιωθε να βασανίζεται μέσα του· το να ζει με αξιοπρέπεια και ακεραιότητα αποτελεί ανάγκη της ανθρώπινης φύσης του. Με βάση αυτό, μπορεί να πει κανείς ότι είναι κάτι πολύ φυσικό αυτός ο άνθρωπος να αποδεχτεί την αλήθεια· θα μπορούσαμε, επίσης, να πούμε ότι είναι κάτι αυτονόητο και, φυσικά, κάτι που γι’ αυτόν είναι σχετικά εύκολο. Ο λόγος για τον οποίο μπορούμε να πούμε πως του φαίνεται σχετικά εύκολο είναι ότι οι άνθρωποι ναι μεν δεν παύουν να έχουν διεφθαρμένες διαθέσεις μέσα τους, αλλά καθαρά από την άποψη της ανθρώπινης φύσης, είναι πιο εύκολο για όσους έχουν αίσθημα ντροπής να αποδεχτούν την αλήθεια. Επιπλέον, αν όσοι έχουν αίσθημα ντροπής διαθέτουν κάποια δυνατά σημεία, κάποιες αρετές και κάποια χαρίσματα, μόλις κάνουν κάποιες συνεισφορές και αποκομίσουν κάποια κέρδη ενώ κάνουν το καθήκον τους στην εκκλησία, θα τα μοιραστούν πολύ φυσιολογικά με τους άλλους, σύμφωνα με τη συνείδηση και τη λογική τους. Όλοι οι άνθρωποι έχουν διαφθαρεί από τον Σατανά και, όταν όσοι έχουν αίσθημα ντροπής μοιράζονται τις εμπειρίες, την κατανόηση και τα κέρδη τους, πού και πού κάνουν επίδειξη των δυνατών τους σημείων και των αρετών τους. Ωστόσο, επειδή έχουν αίσθημα ντροπής, είναι συγκρατημένοι και μετρημένοι στις πράξεις τους. Τι είναι αυτό που τους επιτρέπει να είναι μετρημένοι; Αυτό πηγάζει από τη συνείδησή τους και τη λογική τους. Αν και μερικές φορές κάνουν επίδειξη και ασυναίσθητα επιθυμούν να τύχουν ιδιαίτερης εκτίμησης από τους άλλους, λόγω του αισθήματος ντροπής τους και της συγκράτησης της λογικής της ανθρώπινης φύσης τους, ακόμα κι αν κάνουν όντως επίδειξη, δεν θα είναι τόσο υπερβολικοί ούτε τόσο ακόλαστοι και ασυγκράτητοι. Έτσι, ο λόγος τους είναι σχετικά αντικειμενικός και ορθολογικός. Για παράδειγμα, όταν η επίδειξή τους φτάνει στο σημείο να παραβιάζει το αίσθημα ντροπής τους, θα χαλιναγωγήσουν τον εαυτό τους και θα σταματήσουν αντί, θρασύτατα και αδίστακτα, να κολακεύουν τον εαυτό τους, να κάνουν επίδειξη, να εξυψώνουν τον εαυτό τους και να καταθέτουν μαρτυρία γι’ αυτόν ή να επιζητούν ξεδιάντροπα την υψηλή εκτίμηση, τον θαυμασμό και τη λατρεία των ανθρώπων με κάθε δυνατό μέσο. Παρόλο που έχουν επίσης τις αποκαλύψεις και τις εκδηλώσεις διεφθαρμένων διαθέσεων, καθώς και τις σκέψεις ή τις επιθυμίες που υπαγορεύουν οι διεφθαρμένες διαθέσεις, όσοι έχουν αίσθημα ντροπής, όταν κάνουν το καθήκον τους, θα ενεργούν με βάση τη συνείδηση και τη λογική, και πάνω στο θεμέλιο της διαφύλαξης της ακεραιότητας και της αξιοπρέπειάς τους. Ακόμα κι αν αποκαλύψουν μια διεφθαρμένη διάθεση, υπάρχουν όρια σ’ αυτό. Αντίθετα, οι άνθρωποι που δεν έχουν αίσθημα ντροπής δοκιμάζουν κάθε δυνατό μέσο για να κάνουν επίδειξη και να εξυψώσουν τον εαυτό τους υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και σε οποιοδήποτε περιβάλλον. Μιλούν χωρίς φίλτρο και λένε ό,τι τους έρθει. Διεκδικούν τα εύσημα ακόμα και για τα καλά πράγματα που έχουν κάνει άλλοι ή χρησιμοποιούν τις συζητήσεις για τις ελλείψεις και τα λάθη των άλλων για να επιδείξουν το ότι είναι ανώτεροι και καλύτεροι από τους άλλους, μιλώντας για το πόσο καλοί είναι και για το πού υπερέχουν σε σχέση με τους άλλους, με σκοπό να τους καταπιέσουν και να τους υποτιμήσουν. Μερικοί άνθρωποι, όσο περισσότεροι είναι οι παρευρισκόμενοι, τόσο μεγαλύτερη επιθυμία έχουν να κάνουν επίδειξη· όταν υπάρχουν λίγοι άνθρωποι, αισθάνονται ότι η επιθυμία τους δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Έτσι, όσο περισσότεροι είναι οι παρευρισκόμενοι, τόσο περισσότερο θέλουν να κάνουν επίδειξη και να δώσουν παράσταση· όσο περισσότεροι είναι οι παρευρισκόμενοι, τόσο πιο θρασείς γίνονται και τόσο λιγότερο αίσθημα ντροπής έχουν —κάνουν ατελείωτους μονολόγους, ανίκανοι να ελέγξουν τον εαυτό τους. Ψάχνουν κάθε ευκαιρία για να κάνουν επίδειξη και φιγούρα, μοστράροντας το πόσο ευγενής είναι η θέση και η βαθμίδα τους, πόσο υψηλά είναι τα εκπαιδευτικά τους προσόντα, πόσο πλούσιες είναι οι γνώσεις τους, πόσο υψηλή είναι η θέση τους στην κοινωνία, τι επιπέδου επικεφαλής έχουν υπάρξει στον οίκο του Θεού, τι συνεισφορές έχουν κάνει και ούτω καθεξής. Ψάχνουν κάθε ευκαιρία για να κάνουν επίδειξη για τις εξαιρετικές τους ιδιότητες και να δείξουν ότι διαφέρουν από τους υπόλοιπους. Κάνουν επίδειξη ασταμάτητα και, όσο περισσότερο μιλάνε, τόσο μεγαλώνει ο ενθουσιασμός τους. Αν τους ζητήσεις να συναναστραφούν σχετικά με τις γνώσεις τους για την αλήθεια ή με τις εμπειρίες τους από τη ζωή-είσοδο, τα λόγια τους δεν έχουν έμπνευση και λένε μόνο ελάχιστα πράγματα. Όταν, όμως, πρόκειται να κάνουν επίδειξη, να μιλήσουν για το πόσο διαφέρουν από τους υπόλοιπους και για τις συνεισφορές που έχουν κάνει, μιλάνε αδιάκοπα και ασταμάτητα, συνεχίζοντας ακατάπαυστα χωρίς το παραμικρό αίσθημα ντροπής. Όταν ολοκληρώσουν αυτό το θέμα και δεν έχουν πια τίποτα να πουν, μιλάνε για το ότι ήταν οι πιο σκληροί μαχητές όταν ήταν μικροί, ότι κανείς δεν μπορούσε να τους νικήσει και ότι μάλιστα τύφλωσαν ένα άλλο παιδί στο ένα μάτι. Λένε μάλιστα: «Όλοι οι ενήλικες έλεγαν: “Αυτό το παιδί δεν είναι συνηθισμένο· δεν θα γίνει συνηθισμένος άνθρωπος όταν μεγαλώσει!”» Δεν λείπει το παραμικρό αίσθημα ντροπής από τους ανθρώπους που λένε αυτά τα πράγματα; Δεν έχουν κανένα αίσθημα ντροπής· πρόκειται απλώς για πομπώδη ομιλία και επίδειξη. Οι άνθρωποι που δεν έχουν αίσθημα ντροπής αρπάζουν κάθε ευκαιρία για να κάνουν επίδειξη και να εξυψώσουν τον εαυτό τους, και είναι πρόθυμοι να πληρώσουν οποιοδήποτε κόστος για να το κάνουν. Όπως κι αν τους βλέπουν οι άλλοι, αυτοί δεν ντρέπονται καθόλου. Αντίθετα, οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής θα κάνουν, επίσης, επίδειξη και θα εξυψώσουν τον εαυτό τους, αλλά ακόμα κι αν δεν κατανοούν την αλήθεια και δεν έχουν υποβληθεί σε παίδευση και κρίση, είναι μετρημένοι όταν κάνουν τέτοια πράγματα. Τα λόγια τους είναι, αν μη τι άλλο, αντικειμενικά. Δεν πρόκειται να πουν ότι μπορούν να κάνουν πράγματα που δεν μπορούν, δεν πρόκειται να πουν μεγαλοστομίες ή να καυχηθούν, πόσο μάλλον να διεκδικήσουν τα εύσημα για τα καλά πράγματα που έχουν κάνει άλλοι. Δεν πρόκειται να πουν πράγματα που τα έχουν σκαρφιστεί από το τίποτα ούτε να επινοήσουν γεγονότα. Γιατί αυτό; Δεν τους πάει η καρδιά να πουν τέτοια πράγματα. Σκέφτονται: «Αν δεν το έκανα, γιατί να πω ότι το έκανα;» Θα ένιωθαν να τους κατηγορεί η συνείδησή τους. Για παράδειγμα, αν κάποιος που έχει συνείδηση, λογική και αίσθημα ντροπής έπαιρνε χαμηλούς βαθμούς στο σχολείο, ναι μεν θα ήθελε να καυχηθεί ότι έχει καλό επίπεδο και δεν είναι χειρότερος από τον μέσο άνθρωπο, αλλά το πολύ πολύ να πει: «Διάβασα σκληρά. Πέρασα τις εισαγωγικές εξετάσεις για το γυμνάσιο και το λύκειο μόνος μου, χωρίς να ξοδέψω χρήματα για να λαδώσω κανέναν, κι αργότερα κατάφερα ίσα ίσα να μπω σε μια ανώτερη σχολή». Λέει απλώς: «Πήγα κι εγώ στο πανεπιστήμιο» και δεν καυχιέται για τίποτα. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί επίδειξη, γιατί αυτά που λέει είναι αντικειμενικά και αληθινά. Μπορεί να παραλείπει πράγματα που τον φέρνουν σε δύσκολη θέση ή τον κάνουν ρεζίλι, αλλά σίγουρα δεν πρόκειται να πει: «Ήμουν εξαιρετικός μαθητής· ήμουν πάντα στους δέκα πρώτους της τάξης μου». Δεν πρόκειται να επινοήσει γεγονότα, δεν πρόκειται να σκαρφιστεί πράγματα από το τίποτα ούτε να πει πράγματα που δεν συνέβησαν ποτέ. Για ποιον λόγο δεν λέει αυτά τα πράγματα; Επειδή έχει συνείδηση και αίσθημα ντροπής μέσα του. Κάποιοι λένε: «Μήπως επειδή κάποιος από το περιβάλλον του γνωρίζει την πραγματική αλήθεια γι’ αυτόν;» Ακόμα κι αν κανείς δεν γνωρίζει την πραγματική αλήθεια γι’ αυτόν, και πάλι δεν του πάει η καρδιά να πει αυτά τα πράγματα, επειδή έχει αίσθημα ντροπής και νοιάζεται για την περηφάνια του. Θεωρεί ότι είναι υπερβολικά ντροπιαστικό το να σκαρφίζεται πράγματα από το τίποτα και να επινοεί γεγονότα, και ότι κάτι τέτοιο στερείται ακεραιότητας και αξιοπρέπειας. Κάποιοι λένε: «Αν οι άλλοι δεν γνωρίζουν την πραγματική αλήθεια γι’ αυτόν, θα μπορούσε να προσποιηθεί λιγάκι. Ποιο είναι το πρόβλημα στο να προσποιηθεί;» Αλλά και πάλι δεν θα το έκανε. Είναι θέμα της φύσης ενός ανθρώπου· εξαρτάται από την ταξινόμηση του καθενός. Αν είσαι κάποιος που έχει αίσθημα ντροπής, τα λόγια και οι πράξεις σου θα παραμένουν πάντα μέσα στα όρια του αισθήματος ντροπής. Δεν μπορείς να υπερβείς αυτά τα όρια· αν πού και πού όντως τα ξεπεράσεις κατά ένα βηματάκι, πρόκειται για μια πολύ ειδική περίσταση. Μόλις τα ξεπεράσεις, νιώθεις μια αίσθηση ανησυχίας και αυτοκατηγορίας στη συνείδησή σου· νιώθεις άβολα μέσα σου. Επομένως, ακόμα κι αν αυτοί που έχουν αίσθημα ντροπής κάνουν επίδειξη και καυχιούνται, ισχύει εδώ ένα όριο και μια κόκκινη γραμμή. Δεν πρόκειται ποτέ να πουν με θράσος και ξεδιαντροπιά κενά λόγια ούτε να πουν μεγάλα λόγια για να καυχηθούν και να κάνουν επίδειξη, ούτε να σκαρφιστούν πράγματα από το τίποτα και να επινοήσουν γεγονότα για να διεκδικήσουν οι ίδιοι τα εύσημα για όλο το καλό έργο. Δεν είναι σε καμία περίπτωση τέτοιοι άνθρωποι. Μιας και μιλάμε για το αίσθημα ντροπής, αυτό το αίσθημα ντροπής επιτελεί μια λειτουργία μέσα στους ανθρώπους· δεν είναι κάτι κενό. Εφόσον το αίσθημα ντροπής είναι μια ιδιότητα της ανθρώπινης φύσης, είναι κάτι έμφυτο στους ανθρώπους· δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα αποτέλεσμα που προκαλεί η συγκράτηση από εξωτερικούς ανθρώπους, γεγονότα και πράγματα. Τα εξωτερικά πράγματα δεν μπορούν να συγκρατήσουν τις σκέψεις και τις πράξεις σου· οι σκέψεις, οι εσωτερικές ανάγκες, καθώς και η ουσία και η ταξινόμηση ενός ανθρώπου, είναι εσωτερικά ζητήματα για τον ίδιο. Ακόμα κι αν κάποιος που έχει αίσθημα ντροπής θέλει να κάνει επίδειξη ή να εξυψώσει τον εαυτό του και να καταθέσει μαρτυρία γι’ αυτόν, για να κερδίσει λίγο κύρος ανάμεσα στους ανθρώπους, εφόσον έχει αίσθημα ντροπής, ισχύει ένα όριο και μια κόκκινη γραμμή όταν κάνει αυτά τα πράγματα. Δηλαδή, η συνείδησή του τον προειδοποιεί συνεχώς μέσα στην καρδιά του: «Ξεπερνάει τα όρια και είναι ξεδιάντροπο αυτό το πράγμα. Μην το κάνεις! Αν το κάνεις αυτό, αργότερα που οι άνθρωποι θα εκθέσουν το αληθινό σου πρόσωπο, θα είναι τόσο ντροπιαστικό και αναξιοπρεπές! Αν φέρεσαι έτσι, είσαι ακόμα ανθρώπινο ον;» Αυτές οι σκέψεις και οι απόψεις τούς συγκρατούν πάντα, οπότε ισχύει ένα όριο όταν κάνουν τέτοια πράγματα. Βλέπεις, όταν ντύνονται οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής, ακόμα κι αν θεωρούν ότι ένα ρούχο δείχνει ωραίο, αν κοιτάξουν στον καθρέφτη και δουν ότι είναι λίγο διάφανο, νιώθουν ότι δεν θα ήταν σωστό να το φορέσουν έξω. Άλλοι λένε: «Τι σημασία έχει αν είναι διάφανο; Όλοι ντύνονται έτσι στις μέρες μας. Είναι ελάχιστα αποκαλυπτικό και ντρέπεσαι. Άλλοι φοράνε πολύ πιο αποκαλυπτικά ρούχα και δεν τους νοιάζει καν». Εκείνοι λένε: «Με τίποτα· δεν μπορώ να το φορέσω έξω». Δεν θα έβγαιναν με τίποτα έτσι έξω. Για ποιον λόγο; Απλούστατα, δεν τους το επιτρέπει το αίσθημα ντροπής τους· τους συγκρατεί το αίσθημα ντροπής τους. Οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής θα είναι μετρημένοι ως προς το πώς φέρονται και χειρίζονται τα ζητήματα ή ως προς το πώς ντύνονται και περιποιούνται τον εαυτό τους, ενώ οι άνθρωποι που δεν έχουν αίσθημα ντροπής είναι διαφορετικοί. Όπως ακριβώς κάποιοι άνθρωποι, που ντύνονται σωστά όταν βρίσκονται με τους αδελφούς και τις αδελφές, αλλά όταν φτάσουν στο σπίτι ντύνονται διαφορετικά και φοράνε ό,τι αρέσει στους άπιστους —μερικοί μάλιστα, μόλις φτάσουν σπίτι, πετάνε αμέσως από πάνω τους τα ρούχα που φορούσαν στη συνάθροιση, λέγοντας: «Πραγματικά δεν μου αρέσει να φοράω αυτά τα ρούχα. Είναι πολύ κακόγουστα· είμαι σαν χωριάτισσα. Ποιος θα ήθελε να φορέσει αυτά τα ρούχα!» Οι άνθρωποι που έχουν πραγματικά αίσθημα ντροπής, είτε είναι μαζί με τους αδελφούς και τις αδελφές είτε όχι, πάντα ντύνονται και περιποιούνται τον εαυτό τους με τρόπο αξιοπρεπή και κόσμιο. Ακόμα κι αν δεν πίστευαν στον Θεό, θα ντύνονταν έτσι και δεν θα το παράκαναν.
Αν κάποιος που έχει ακεραιότητα και αξιοπρέπεια, όταν συναναστρέφεται και μοιράζεται τη βιωματική του κατανόηση στις συναθροίσεις, κάνει επίδειξη και εξυψώνει τον εαυτό του, θα νιώσει μέσα του ντροπή, λες και τον παρακολουθούν πολλοί άνθρωποι, κι αυτό το συναίσθημα του κάνει μια υπόδειξη: «Δεν είναι σωστό να το λέω αυτό, έτσι δεν είναι; Δεν είναι σωστό να το κάνω αυτό, έτσι δεν είναι;» Θα νιώσει ντροπή. Με άλλα λόγια, ό,τι κι αν πει κι ό,τι κι αν κάνει, ή όσο κι αν το παρατραβήξει με τα λόγια ή τις πράξεις του, το αίσθημα ντροπής βαθιά μέσα στην καρδιά του του κάνει υποδείξεις, τον συγκρατεί και τον ελέγχει συνεχώς. Έτσι, έως ένα σημείο, τα λόγια που λέει και αυτά που κάνει αντικατοπτρίζουν έναν σχετικό βαθμό ακεραιότητας και αξιοπρέπειας. Ακόμα κι αν αυτό το είδος ανθρώπου έχει διεφθαρμένες διαθέσεις ή συγκεκριμένες ατέλειες στην ανθρώπινη φύση του, ή επηρεάζεται από κακές τάσεις, λόγω της έμφυτης ταξινόμησής του, μπορεί ακόμα υποσυνείδητα, όταν ακούει τα λόγια του Θεού τα οποία εκθέτουν και κρίνουν τους ανθρώπους, να αντιπαραβάλλει τον εαυτό του με αυτά. Σκέφτεται: «Ο Θεός με αυτήν τη δήλωση μιλάει για μένα. Έχω βιώσει μια τέτοια κατάσταση και αποκάλυψη, και έχω επίσης εμφανίσει μια τέτοιου είδους εκδήλωση». Θα εμφανίσει μια κατάσταση και μια εκδήλωση συνειδητής αντιπαραβολής του εαυτού του με τα λόγια του Θεού. Με άλλα λόγια, όταν κάποιος που έχει αίσθημα ντροπής ακούει τα λόγια του Θεού τα οποία εκθέτουν και κρίνουν τους ανθρώπους, θα τα αποδεχτεί υποσυνείδητα και θα αντιπαραβάλει υποσυνείδητα τον εαυτό του μ’ αυτά. Θα κάνει αυτοκριτική με βάση τα λόγια του Θεού, και θα παραδεχτεί ότι είναι διεφθαρμένος κατ’ αυτόν τον τρόπο κι ότι έχει αυτές τις αποκαλύψεις και εκδηλώσεις. Θα νιώσει ανησυχία βαθιά μέσα του: «Απ’ ό,τι φαίνεται, έχω κι εγώ διαφθορά. Απ’ ό,τι φαίνεται, είμαι κάποιος που έχει αλαζονική διάθεση, όπως εκθέτουν τα λόγια του Θεού. Είμαι επίσης απειθής και ανυπάκουος, και δεν είμαι καλός άνθρωπος. Πώς γίνεται να είμαι τόσο διεφθαρμένος; Παλιά πίστευα ότι ήμουν σωστός, ότι ήμουν ένας καλός άνθρωπος με συνείδηση και λογική στον οποίο άρεσε να προσφέρει στους άλλους και που είχε την τάση να συμπάσχει με τους άλλους και να τους λυπάται. Πίστευα ότι θα μπορούσα να αρπαγώ άμεσα μετά την αποδοχή του έργου του Θεού. Δεν πίστευα καν ότι ήμουν κι εγώ μέλος της διεφθαρμένης ανθρωπότητας». Επειδή διαθέτει αυτήν τη βασική προϋπόθεση, δηλαδή το αίσθημα ντροπής, θα αποδεχτεί φυσικά και κανονικά τα πραγματικά γεγονότα σχετικά με την έκθεση των ανθρώπων από τα λόγια του Θεού, και στη συνέχεια θα αντιπαραβάλει τον εαυτό του μ’ αυτά για να κάνει αυτοκριτική και να γνωρίσει τον εαυτό του. Αυτό του δίνει μια μεγάλη ευκαιρία να αντιμετωπίσει σωστά τα λόγια του Θεού, να τα αποδεχτεί χωρίς αντιρρήσεις και, στη συνέχεια, να πετύχει σιγά-σιγά την υποταγή. Σε τι βασίζονται όλα αυτά; Βασίζονται στο ότι διαθέτει αίσθημα ντροπής. Έτσι, μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν κάποιες επαίσχυντες και μοχθηρές αποκαλύψεις διαφθοράς μέσα του και, στη συνέχεια, με το αίσθημα ντροπής να επιδρά πάνω του, μπορεί να απορρίψει ενεργά ό,τι θεωρεί αρνητικό και επαίσχυντο. Όταν ακούει τις δηλώσεις, τις καταστάσεις, τις συγκεκριμένες αποκαλύψεις, ακόμα και τα συγκεκριμένα γεγονότα που αναφέρονται στα λόγια του Θεού τα οποία εκθέτουν τις διεφθαρμένες διαθέσεις της ανθρωπότητας, μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι έχει αυτές τις διεφθαρμένες διαθέσεις μέσα του. Θα τα αποδεχτεί για να κάνει αυτοκριτική και να γνωρίσει τον εαυτό του. Στη συνέχεια, όταν συναντήσει ξανά τέτοια ζητήματα, αν πάει κόντρα στα λόγια του Θεού ή αποκαλύψει για άλλη μια φορά τις καταστάσεις που εκτίθενται στα λόγια του Θεού, το αίσθημα ντροπής θα συνεχίσει να του κάνει υποδείξεις μέσα στην καρδιά του: «Μ’ αυτό που κάνεις, δεν πηγαίνεις κόντρα στα λόγια του Θεού; Δεν είσαι καλός άνθρωπος ούτε είσαι κάποιος που υποτάσσεται στα λόγια του Θεού ή που αγαπά την αλήθεια!» Επειδή έχει αίσθημα ντροπής, μπορεί να αποδεχτεί την έκθεση και την κρίση των λόγων του Θεού. Τότε, τα λόγια του Θεού συγκρατούν τον ίδιο και μπορούν να διορθώσουν τις σκέψεις και τις απόψεις του. Βλέπεις, δεν είναι πολύ σπουδαία η λειτουργία του αισθήματος ντροπής; (Ναι.) Όταν ο άνθρωπος αυτός δεν κατανοεί την αλήθεια, έχει ένα στοιχειώδες ηθικό όριο. Όταν κατανοεί τις αλήθεια-αρχές ή αντιλαμβάνεται τις λεπτομέρειες των λόγων του Θεού, το πρότυπο με βάση το οποίο τον συγκρατεί το αίσθημα ντροπής δεν είναι πλέον το ηθικό του όριο ούτε είναι απλώς το όριο της συνείδησης και της λογικής του· αντίθετα, όριό του γίνονται οι αλήθεια-αρχές. Δεν είναι αυτό το όριο ανώτερο απ’ το όριο της συνείδησης και της λογικής ενός ανθρώπου; Δεν έχει ανέβει πιο ψηλά το πρότυπο αυτού του ορίου; (Ναι.) Αρχικά, οι άνθρωποι που έχουν αίσθημα ντροπής, όταν δεν κατανοούν την αλήθεια, έχουν ένα στοιχειώδες ηθικό όριο στις σκέψεις και τις απόψεις τους. Μόλις κατανοήσουν την αλήθεια, το ηθικό τους όριο ανεβαίνει και σταδιακά πλησιάζει τις αλήθεια-αρχές. Δεν νομίζεις ότι αυτό το είδος ανθρώπου έχει αλλάξει; Θα δώσω ένα παράδειγμα και θα καταλάβετε. Για παράδειγμα, αρχικά, στις επαφές του με τους άλλους, δεν εκμεταλλευόταν τους ανθρώπους, δεν τους χτυπούσε ούτε τους έβριζε, δεν έκανε επίτηδες πράγματα με σκοπό να ξεγελάσει και να βλάψει τους άλλους, και δεν τους εξαπατούσε ούτε τους «την έφερνε». Θεωρούσε ότι ήταν αρκετά καλό να ενεργεί έτσι. Άραγε, το να μη χτυπά ή να μη βρίζει κάνεις τους άλλους, καθώς και να μην τους εξαπατά ή να μην τους βλάπτει, αποτελεί αλήθεια-αρχή για τη μεταχείριση των ανθρώπων; (Πρόκειται απλώς για μια στοιχειώδης εκδήλωση της ανθρώπινης φύσης· δεν είναι αλήθεια-αρχή.) Είναι απλώς το ηθικό όριο για το πώς να φέρονται οι άνθρωποι που έχουν συνείδηση και λογική: να προσπαθούν όσο μπορούν να μη χτυπούν ούτε να βρίζουν τους άλλους και να μην κάνουν πράγματα που αποτελούν εξαπάτηση ή που βλάπτουν τους άλλους. Είναι απλώς το να μην κάνουν κακό. Ωστόσο, οι αλήθεια-αρχές είναι ανώτερες από το ηθικό όριο του καθενός. Το να μεταχειρίζεσαι τους ανθρώπους σύμφωνα με τις αλήθεια-αρχές δεν είναι πλέον απλώς η τήρηση του ηθικού ορίου σου· είναι κάτι πιο υψηλό από αυτό. Τότε, τι απαιτούν τα λόγια του Θεού σχετικά μ’ αυτήν την αρχή για τη μεταχείριση των ανθρώπων, η οποία είναι πιο υψηλή από το ηθικό όριο του καθενός; (Να μεταχειρίζεται κανείς τους ανθρώπους δίκαια σύμφωνα με τις αρχές.) Σωστά, να μεταχειρίζεται κανείς τους ανθρώπους δίκαια. Αυτή είναι μια αλήθεια-αρχή. Τότε, αυτή η αλήθεια-αρχή είναι άραγε ηθικό όριο; (Όχι, αυτή η αλήθεια-αρχή είναι ανώτερη από ένα ηθικό όριο.) Δεν είναι ηθικό όριο· είναι μια αλήθεια-αρχή που βασίζεται σε ένα ηθικό όριο και που είναι επίσης ανώτερη απ’ αυτό. Αυτή είναι αληθινή αρχή για το πώς πρέπει να μεταχειρίζεται κανείς τους ανθρώπους. Το να απέχεις από το να χτυπάς ή να βρίζεις τους ανθρώπους και από το να κάνεις πράγματα που συνιστούν εξαπάτηση ή που βλάπτουν τους άλλους δεν αποτελεί αλήθεια-αρχή· είναι απλώς το να απέχεις να ενεργήσεις, με την αρνητική έννοια. Όμως, το ότι απλώς και μόνο αποφεύγεις να τα κάνεις αυτά δεν σημαίνει ότι έχεις αρχές για το πώς να μεταχειρίζεσαι τους ανθρώπους· το να μη χτυπάς ούτε να βρίζεις τους ανθρώπους δεν σημαίνει ότι οι αρχές σου για τη μεταχείριση των ανθρώπων είναι σωστές. Άραγε, το να αποφεύγεις να τους χτυπάς ή να τους βρίζεις, να αποφεύγεις να τους εξαπατάς ή να τους βλάπτεις ισοδυναμεί με το να τους μεταχειρίζεσαι δίκαια; Δεν είναι το ίδιο, έτσι δεν είναι; Αν ήταν κάποιος που κάποτε σε προσέβαλε ή με τον οποίο δεν τα πήγαινες καλά, ή αν ήταν κάποιος που δεν συμπαθείς, αλλά με βάση την ανθρώπινη φύση και το επίπεδό του είναι κατάλληλος για επικεφαλής, θα τον εξέλεγες; Αν το αξιολογήσεις με βάση την αρχή του να μη χτυπάς ούτε να βρίζεις τους ανθρώπους και να μην τους εξαπατάς ούτε να τους βλάπτεις, τι θα έκανες; Δεν θα είχες κανένα μονοπάτι να ακολουθήσεις. Ως διεφθαρμένο ανθρώπινο ον, χωρίς ακριβείς αρχές για το πώς να μεταχειρίζεσαι τους ανθρώπους, το πολύ πολύ να έλεγες: «Δεν τον χτύπησα ούτε τον έβρισα, ούτε είπα αν ήταν καλός ή κακός. Δεν τον κράτησα πίσω, οπότε δεν μπορείς να πεις ότι τον εξαπάτησα ή του έκανα κακό. Τέλος πάντων, δεν τον συμπαθώ, οπότε δεν θα τον εκλέξω». Το να μην τον εκλέξεις είναι δίκαιη μεταχείριση προς τους ανθρώπους; (Όχι.) Στην πραγματικότητα, αν είναι κατάλληλος υποψήφιος για επικεφαλής, θα πρέπει να τον εκλέξεις· μόνο αυτό είναι δίκαιη μεταχείριση προς τους ανθρώπους. Η εκλογή του δεν βασίζεται στην αρχή του να μη χτυπάς ούτε να βρίζεις τους ανθρώπους και να μην τους εξαπατάς ούτε να τους βλάπτεις· μα σε τι βασίζεται; Βασίζεται στην αρχή της δίκαιης μεταχείρισης των ανθρώπων, όπως απαιτούν τα λόγια του Θεού· μόνο αυτή είναι μια αλήθεια-αρχή. Έτσι, κάποιοι άνθρωποι σκέφτονται: «Δεν χτυπάω ούτε βρίζω τους ανθρώπους, ούτε τους εξαπατώ ή τους βλάπτω· άρα, αυτό δεν με κάνει καλό άνθρωπο;» Εγώ σ’ αυτό απαντώ: «Δεν είσαι καλός άνθρωπος. Στην καλύτερη περίπτωση, έχεις την τύχη έστω να θεωρείσαι άνθρωπος». Ένας πραγματικά καλός άνθρωπος είναι κάποιος που μπορεί να ενεργεί σύμφωνα με τις αλήθεια-αρχές. Δηλαδή, όσον αφορά το πώς να μεταχειρίζεσαι τους ανθρώπους, εκτός από το να αποφεύγεις να τους χτυπάς, να τους βρίζεις, να τους εξαπατάς ή να τους βλάπτεις, μπορείς επίσης να τους μεταχειρίζεσαι δίκαια και αμερόληπτα· μόνο τότε είσαι καλός άνθρωπος. Το καθιστά ξεκάθαρο αυτός ο τρόπος συναναστροφής; (Ναι.) Ένα ηθικό όριο είναι μια βασική αρχή διαγωγής για τους ανθρώπους που διαθέτουν στην ανθρώπινη φύση τους συνείδηση και λογική. Παρότι αυτή η αρχή της διαγωγής συμβαδίζει με τη συνείδηση και τη λογική της ανθρώπινης φύσης, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις αλήθεια-αρχές. Σε σύγκριση μ’ αυτές, ακόμα υπάρχει ένα χάσμα. Στην καλύτερη περίπτωση, κάποιος που έχει ένα ηθικό όριο είναι ένας τυπικός άνθρωπος, αλλά δεν μπορεί να ονομαστεί καλός άνθρωπος. Μόνο αυτοί που μπορούν να φέρονται και να ενεργούν σύμφωνα με τις αλήθεια-αρχές είναι καλοί άνθρωποι. Για παράδειγμα, αν ένας μέσος άνθρωπος, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο μεταχειρίζεται τους άλλους, καταφέρνει να μην εξαπατά ούτε να βλάπτει τους άλλους και να μη χτυπάει ούτε να βρίζει τους ανθρώπους, αυτό ήδη είναι κάτι αρκετά καλό. Ωστόσο, οι αρχές που έχει ένας καλός άνθρωπος για τη μεταχείριση των άλλων έχουν ανέβει πιο ψηλά απ’ αυτό: Μπορεί να μεταχειρίζεται τους ανθρώπους δίκαια και σύμφωνα με τις αλήθεια-αρχές. Δηλαδή, ένας αληθινός άνθρωπος διαθέτει ένα ηθικό όριο και αίσθημα ντροπής, και διαθέτει τις βασικές προϋποθέσεις για το πώς να φέρεται σωστά. Έτσι, ένας τέτοιος άνθρωπος έχει την ευκαιρία να πετύχει τη δίκαιη μεταχείριση των ανθρώπων, τη διαγωγή σύμφωνα με τις αλήθεια-αρχές και την άσκηση σύμφωνα με τις αλήθεια-αρχές. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο ηθικό όριο και τις αλήθεια-αρχές; (Ναι.)
Αν κάποιος έχει αίσθημα ντροπής στην ανθρώπινη φύση του, τότε έχει ακεραιότητα και αξιοπρέπεια στον τρόπο με τον οποίο φέρεται και ενεργεί. Το όριό του είναι ότι πρέπει να διαφυλάττει την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά του και να μην τις χάνει. Για να το πούμε με απλά λόγια, ένας τέτοιος άνθρωπος ουσιαστικά δεν έχει χάσει τη συνείδησή του· είναι προσεκτικός στον τρόπο με τον οποίο ενεργεί, εκτιμά την ακεραιότητα και τον χαρακτήρα, και διαθέτει ανθρωπιά. Ό,τι κι αν κάνει, όταν έχει κάτι σχέση με τα προσωπικά συμφέροντα, τη θέση ή τα χρήματα, αυτός έχει ένα όριο. Αυτό το όριο διαφυλάττει την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά του· δηλαδή, δεν πρόκειται να υπερβεί τα όρια που επιτρέπουν η ακεραιότητα και η αξιοπρέπειά του για να φερθεί αδίστακτα κάνοντας πράγματα που είναι αδικαιολόγητα από την άποψη της ηθικής δικαιοσύνης ή της ανθρώπινης ηθικής. Αυτό σημαίνει να έχει κάποιος αίσθημα ντροπής. Επιπλέον, οι άνθρωποι που διαθέτουν στην ανθρώπινη φύση τους τις ιδιότητες της συνείδησης και της λογικής έχουν τις δικές τους απόψεις και επιλογές σχετικά με το φαγητό, το ποτό και τη διασκέδαση, καθώς και σχετικά με τις διάφορες κακές τάσεις στην κοινωνία. Δεν πρόκειται να ακολουθήσουν σε καμία περίπτωση τις κακές τάσεις για να ζήσουν μια μπερδεμένη και άσωτη ζωή, ενδίδοντας αυθαίρετα στις απολαύσεις και ενεργώντας εξαχρειωμένα. Κάνουν τις δικές τους επιλογές όσον αφορά τις υποθέσεις του ανθρώπινου κόσμου ή τις κακές τάσεις. Αυτές οι επιλογές μπορεί να βασίζονται στην εντιμότητα και την καλοσύνη τους ή μπορεί να βασίζονται στο αίσθημα ντροπής τους· εξαρτάται από το εκάστοτε θέμα. Όσο δημοφιλή κι αν είναι τα διάφορα πράγματα που εμφανίζονται στον κόσμο και όσο κι αν εγκρίνονται από την κοινωνία και το κοινό, βαθιά μέσα τους αυτοί οι άνθρωποι εξακολουθούν να έχουν τις δικές τους σκέψεις και απόψεις γι’ αυτά τα πράγματα, και θα συνεχίσουν να κάνουν τις δικές τους σωστές επιλογές. Μέσα τους πιστεύουν το εξής: «Όποιες κι αν είναι οι περιστάσεις, δεν μπορείς να χάσεις την ανθρώπινη φύση σου. Σε κάθε στιγμή, είσαι άνθρωπος. Δεν μπορείς να κάνεις αυτά που κάνουν τα θηρία. Δεν μπορείς να κάνεις αυτά που κάνουν οι διάβολοι. Δεν μπορείς να γίνεις ίδιος με τα θηρία και τους διαβόλους». Έτσι, σε ό,τι κι αν κάνουν, τους συγκρατούν η συνείδηση και η λογική τους. Συγκεκριμένα, αυτή η συγκράτηση σημαίνει ότι συνεχώς τους κάνουν υποδείξεις και τους ελέγχουν η συνείδηση και η λογική τους. Για παράδειγμα, ας πούμε ότι ένας τέτοιος άνθρωπος και ένας άλλος ασχολούνται και οι δύο με τις επιχειρήσεις. Ο άλλος συνεχώς εξαπατά τους ανθρώπους και τους «τη φέρνει», και πουλάει ένα προϊόν αξίας δέκα γουάν έναντι τριακοσίων ή πεντακοσίων, ενώ ο πρώτος το πουλάει μόνο πενήντα γουάν, βγάζοντας ίσα ίσα όσα χρειάζονται για να βιοποριστεί με το ζόρι. Βλέποντας τον άλλον να βγάζει τεράστια κέρδη, ενώ ο ίδιος δουλεύει τόσο φιλότιμα τόσα χρόνια μόνο και μόνο για να βγάλει όσα του χρειάζονται για φαγητό, νιώθει συνέχεια μέσα του πως δεν μπορεί να συμβιβαστεί με κάτι τέτοιο. Θέλει κι αυτός να φερθεί αδίστακτα όπως ο άλλος, αλλά μετά σκέφτεται: «Αν το έκανα αυτό, θα ήταν πολύ αντίθετο με τη συνείδησή μου. Δεν μου πάει η καρδιά να το κάνω! Κι αν εκτεθώ αφού το κάνω; Θα ήταν παράνομο να το κάνω; Θα πήγαινα φυλακή;» Βλέπεις, το σκέφτεται πολύ αυτό και, καθώς το συλλογίζεται έτσι, νιώθει ένα διαρκές αίσθημα αυτοκατηγορίας από τη συνείδησή του. Αν και παραπλανιέται και επηρεάζεται από τις διάφορες κακές τάσεις του κόσμου, και θέλει κι αυτός να βγάλει περισσότερα χρήματα για να απολαύσει μια ωραία υλική ζωή, μετά από περισυλλογή, τελικά δεν του πάει η καρδιά να εξαπατήσει τους άλλους και να τους «τη φέρει». Κάποιοι λένε: «Τέτοιοι άνθρωποι είναι απλώς δειλοί, έτσι δεν είναι;» Κάποιοι από αυτούς είναι δειλοί, μα άλλοι όχι· απλώς συγκρατούνται από τη συνείδηση και τη λογική τους, και νιώθουν ότι δεν μπορούν να εξαπατήσουν τους άλλους και να τους «τη φέρουν». Ακόμα κι αν το κάνουν περιστασιακά, μετά το μετανιώνουν, και ζουν κάθε μέρα με τον φόβο μήπως κάτι πάει στραβά και κάποιος έρθει να τους χτυπήσει την πόρτα. Σκέφτονται μέσα τους: «Δεν τα έβγαλα τίμια αυτά τα χρήματα. Άραγε, αν το μάθουν οι άνθρωποι, θα με κριτικάρουν πίσω από την πλάτη μου; Σίγουρα δεν πρόκειται να το ξανακάνω. Μόνο όταν τα χρήματα που ξοδεύω τα έχω βγάλει με τη σκληρή δουλειά μου έχω το κεφάλι μου ήσυχο και μόνο τότε δεν βλέπω εφιάλτες στον ύπνο μου». Απ’ τη στιγμή που θα εξαπατήσουν μια φορά κάποιον μ’ αυτόν τον τρόπο, δυσκολεύονται για πολύ καιρό· δεν κοιμούνται καλά, δεν μπορούν να φάνε τίποτα και νιώθουν πάντα ανησυχία στην καρδιά τους. Φυσικά, αυτό το είδος ανθρώπου ουσιαστικά δεν υπάρχει στην κοινωνία. Η κοινωνία είναι γεμάτη από ανθρώπους που είναι των διαβόλων και των ζώων· δεν νιώθουν τίποτα όταν πρόκειται να εξαπατήσουν τους άλλους και να τους «τη φέρουν» με αυτόν τον τρόπο.
Ακόμα κι αν κάποιος που έχει συνείδηση και λογική έρχεται συχνά σε επαφή με διάφορα ζητήματα που αφορούν το φαγητό, το ποτό και τη διασκέδαση, η συνείδηση και η λογική του θα συνεχίσουν να επιτελούν τη λειτουργία τους. Ο άνθρωπος αυτός δεν θα ακολουθήσει τη σάρκα ούτε τις κακές τάσεις για να ικανοποιήσει στο έπακρο τις διάφορες επιθυμίες του. Αντίθετα, ό,τι κι αν φάει, ό,τι κι αν πιει ή ό,τι κι αν απολαύσει, υπάρχει ένα όριο. Σκέφτεται: «Το να τρως καλό φαγητό, να φοράς ωραία ρούχα και να βιώνεις τις καλύτερες σωματικές απολαύσεις, όλα αυτά είναι ματαιοδοξία. Όντως γι’ αυτό ζουν οι άνθρωποι;» Στην καρδιά ενός τέτοιου ανθρώπου, οι σωματικές απολαύσεις, το φαγητό, το ποτό και η διασκέδαση δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του εσωτερικού του κόσμου. Σκέφτεται μέσα του: «Οι άνθρωποι επιδιώκουν πάντα να απολαμβάνουν τα καλά πράγματα. Πλέον τα έχω απολαύσει κι εγώ ο ίδιος και δεν νιώθω την παραμικρή ευτυχία. Τι ακριβώς είναι η ευτυχία; Πώς πρέπει να ζει κανείς για να βρει την αληθινή ευτυχία; Έχω απολαύσει όλο αυτό το φαγητό, το ποτό και τη διασκέδαση, καθώς και διάφορες σωματικές απολαύσεις —απ’ αυτά δεν αποτελείται η ανθρώπινη ζωή; Αυτό είναι η ζωή; Αν κάποιος ζει έτσι όλη του τη ζωή, απλώς για να επιδιώκει το φαγητό, το ποτό και τη διασκέδαση, και να επιδιώκει σωματικές απολαύσεις, τότε τι διαφορά έχει από ένα ζώο; Αν οι άνθρωποι, όπως τα ζώα, ζουν κι αυτοί μόνο για να τρώνε τρία γεύματα την ημέρα, και δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει η ζωή, και παραμένουν ανικανοποίητοι στις σκέψεις τους, στον πνευματικό τους κόσμο και στην καρδιά τους, και δεν κατανοούν πολλά πράγματα για τη ζωή, τότε ποιο είναι το νόημα να ζουν έτσι από γενιά σε γενιά;» Όταν οι άνθρωποι είναι νέοι, έχουν τεράστια περιέργεια για τον κόσμο. Υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν γνωρίζουν και δεν έχουν δει, και πολλά πράγματα που δεν έχουν βιώσει. Νιώθουν ότι, αν βγουν έξω και αντιμετωπίσουν τον κόσμο, η ζωή τους μπορεί να γίνει πολύ ευτυχισμένη και γεμάτη ή μπορεί να ζήσουν μια θαυμάσια και μοναδική ζωή. Αλλά αφότου βιώσουν πραγματικά την κοινωνία, βλέπουν ότι η ανθρωπότητα ζει έτσι από γενιά σε γενιά. Από την ανοησία και την άγνοια της νιότης έως τα μεγάλα βάσανα και την απόκτηση κάποιας εμπειρίας ζωής έχοντας βιώσει πράγματα στην κοινωνία, έτσι περνάνε όλοι τη ζωή τους. Όλοι περνάνε από τη διαδικασία της επιδίωξης των προοπτικών, της φήμης και του κέρδους, και της εστίασης στο φαγητό, το ποτό, τη διασκέδαση και τις σωματικές απολαύσεις. Στα μετέπειτα χρόνια τους, αν και έχουν αποκτήσει κάποια εμπειρία ζωής, φαίνεται να μην έχουν αποκομίσει τίποτα ούτε καταλαβαίνουν τι σημαίνει η ζωή. Δεν είναι πολύ ανούσιο να ζει κανείς ολόκληρη τη ζωή του έτσι; Οι άνθρωποι συχνά νιώθουν ένα ανεξήγητο κενό. Με άλλα λόγια, όταν πραγματικά συλλογίζονται τη ζωή μέσα στην καρδιά τους και προσπαθούν να σκεφτούν κάτι σημαντικό και πολύτιμο, δεν μπορούν να σκεφτούν τίποτα και νιώθουν την καρδιά τους εντελώς άδεια. Δεν ξέρουν γιατί συμβαίνει αυτό ούτε ξέρουν τι πρέπει να χρειάζεται η καρδιά τους ή πού πρέπει να αναπαυθεί. Νιώθουν ότι δεν έχουν τίποτα για να στηριχθούν πάνω του και αισθάνονται βαθιά προβληματισμένοι. Σκέφτονται μέσα τους: «Έχω βιώσει αρκετά πράγματα σ’ αυτήν τη ζωή και έχω γευτεί διάφορες κακουχίες και βάσανα. Μήπως πράγματι έτσι τελειώνει η ζωή;» Όταν κοιτάζουν μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους, φαίνεται ότι κι αυτοί έχουν περάσει έτσι τη ζωή τους. Τότε νιώθουν ότι οι ανθρώπινες ζωές δεν έχουν νόημα. Πάντοτε επιδιώκουν τη φήμη και το κέρδος, τη θέση και τις σωματικές απολαύσεις. Όταν δεν τα έχουν αυτά, είναι αποφασισμένοι να τα αποκτήσουν· όταν τα αποκτήσουν, νιώθουν μια μικρή ευτυχία και χαίρονται για λίγο, αλλά μακροπρόθεσμα δεν έχουν την παραμικρή ουσιαστική ευτυχία. Μετά από τόσο τρέξιμο από δω κι από κει για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, εξακολουθούν να νιώθουν κενό, χωρίς να έχουν τίποτα από το οποίο αξίζει να κρατηθούν. Πάντα νιώθουν λες και πιάνουν αέρα με τα δύο τους χέρια, ελπίζοντας όμως να βγάλουν κάτι απ’ αυτό. Θα λέγατε ότι είναι καλό αυτό το συναίσθημα; (Όχι.) Τότε, πώς προκύπτει αυτό το συναίσθημα; (Επειδή όλο αυτό το φαγητό, το ποτό και η διασκέδαση στον κόσμο δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τις εσωτερικές ανάγκες των ανθρώπων.) Σκέφτονται όλοι έτσι; Τι είδους άνθρωποι σκέφτονται έτσι; (Έτσι σκέφτονται οι άνθρωποι που έχουν συνείδηση και λογική.) Πείτε Μου, θα σκέφτονταν έτσι άνθρωποι που δεν έχουν σκέψεις, που δεν έχουν λογική σκέψη και που είναι άμυαλοι; (Όχι.) Οι άμυαλοι είναι εκείνοι που δεν έχουν συνείδηση και λογική· είναι των θηρίων. Δεν σκέφτονται αυτά τα ζητήματα της ανθρώπινης φύσης ούτε λαμβάνουν υπόψη την ανθρώπινη ζωή, το μέλλον ή το μονοπάτι στο οποίο πρέπει να βαδίσουν. Δεν τα σκέφτονται καθόλου αυτά τα πράγματα. Εφόσον μπορούν να τρώνε και να πίνουν, τους αρκεί. Απλώς τα βγάζουν πέρα κάθε μέρα όπως-όπως, γλεντάνε την κάθε μέρα που ζουν και απολαμβάνουν κάθε μέρα που μπορούν. Δεν λαμβάνουν υπόψη αυτά τα ζητήματα που αφορούν τη ζωή. Και τι σχέση έχουν αυτά τα πράγματα με τη συνείδηση και τη λογική της ανθρώπινης φύσης; Αν κάποιος έχει συνείδηση και λογική, θα είναι ορθολογικός σε ό,τι κάνει. Είναι πολύ σημαντικό για τους ανθρώπους να είναι ορθολογικοί. Όταν οι άνθρωποι είναι ορθολογικοί, τις περισσότερες φορές δεν ζουν με βάση τα συναισθήματα, αλλά ζουν με ορθολογισμό. Ζουν ορθολογικά στο παρόν. Θα αναλογιστούν το εξής: «Έχω κερδίσει όντως κάτι σ’ αυτήν τη ζωή; Άξιζε αυτή η ζωή που έζησα; Έχω κάνει τίποτα ουσιαστικό και πολύτιμο; Αυτά που επιδιώκω είναι άραγε αυτά που χρειάζομαι μέσα μου; Έχουν ικανοποιηθεί οι εσωτερικές μου ανάγκες; Δεν έχουν ικανοποιηθεί και νιώθω μεγάλο κενό. Ούτε ένα υλικό αγαθό, ούτε η οικογενειακή στοργή, ούτε η φιλία μπορούν να με ικανοποιήσουν κατά βάθος. Κανένα απ’ αυτά τα πράγματα δεν είναι αυτό που χρειάζεται η ανθρώπινη φύση μου». Θα σκεφτούν αυτά τα πράγματα ορθολογικά. Δηλαδή, όσο περισσότερο προχωρούν στην ενήλικη ζωή, τόσο πιο ορθολογικά θα βλέπουν αυτά τα πράγματα και, όσο περισσότερο δεν καταφέρνουν να βρουν απαντήσεις, τόσο περισσότερο πόνο νιώθουν. Οι άνθρωποι, προτού βιώσουν αυτά τα πράγματα, θα κρίνουν και θα φανταστούν κάποια πράγματα στο πλαίσιο της λογικής με τρόπο που είναι προσχεδιασμένος και που χρησιμοποιεί τον κανονικό ορθολογισμό. Όταν, όμως, έχουν περάσει από τη διαδικασία αυτών των πραγμάτων και κοιτάξουν στο παρελθόν, γίνονται πιο ορθολογικοί. Θα δουν ορθολογικά αυτά που έχουν βιώσει και αυτά που έχουν περάσει, και θα δουν ότι όλα αυτά είναι ματαιόδοξα και ότι ούτε ένα δεν έχει νόημα. Γιατί το λέω αυτό; Επειδή όλα όσα κάνουν οι άνθρωποι τα κάνουν για το φαγητό και τα ρούχα, για να εξασφαλίζουν τρία γεύματα την ημέρα για τη σάρκα τους και για να διαφυλάξουν τις σωματικές απολαύσεις. Ανταγωνίζονται για φήμη και κέρδος και συναγωνίζονται μεταξύ τους. Αν κάποιος ζει ολόκληρη τη ζωή του μόνο γι’ αυτά τα πράγματα και ζει σαν ζώο, τότε δεν είναι πολύ πιο εξελιγμένος από ένα ζώο· δεν έχει καμία αξία μια τέτοια ζωή. Οι άνθρωποι που έχουν ανθρώπινη λογική θα συλλογιστούν αυτά τα πράγματα μέσα στην καρδιά τους. Επομένως, όταν φτάσουν σε μια ορισμένη ηλικία, θα κουραστούν, θα νιώσουν αποστροφή, αηδία και μπούχτισμα από αυτούς τους διαρκώς επαναλαμβανόμενους τρόπους ζωής, κανόνες του παιχνιδιού και τρόπους χειρισμού των ζητημάτων. Τελικά, θα αναπτύξουν ένα αίσθημα κενού, καθώς θα νιώθουν ότι έχουν απολαύσει και βιώσει όλα αυτά τα πράγματα, χωρίς όμως να έχουν θερίσει τίποτα, και ότι δεν έχουν κερδίσει καθόλου αληθινά και απτά πράγματα που να ικανοποιούν πραγματικά τις ανάγκες της ανθρώπινης φύσης τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι άνθρωποι που έχουν συνείδηση και λογική θα εξερευνήσουν, θα αναζητήσουν και θα ψάξουν περαιτέρω: Τι ακριβώς είναι μια αληθινή ανθρώπινη ζωή; Πώς ακριβώς πρέπει να ζει κανείς τη ζωή του; Κάποιοι έξυπνοι άνθρωποι θα ψάξουν να βρουν ένα μονοπάτι στη ζωή και θα προσπαθήσουν να βρουν θρησκευτική πίστη. Σ’ αυτό το πλαίσιο είναι που κάποιοι άνθρωποι έρχονται στον οίκο του Θεού. Ανακαλύπτουν ότι μόνο τα λόγια του Θεού, καθώς και η αλήθεια, η οδός και η ζωή που παρέχει ο Θεός στην ανθρωπότητα, μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους. Όταν ερευνούν ερωτήματα όπως ποια είναι η αξία και το νόημα της ζωής, μόνο τα λόγια του Θεού μπορούν να τους δώσουν τις απαντήσεις. Μόνο τότε αναπτύσσουν μια δίψα για τα λόγια του Θεού και ακολούθως τα αποδέχονται, και προχωρούν έπειτα ένα βήμα παραπέρα και υποτάσσονται σ’ αυτά. Η δίψα τους για τα λόγια του Θεού, η αποδοχή αυτών και η υποταγή τους σ’ αυτά, όλα βασίζονται στην εμπειρία ζωής τους και προκύπτουν από τους στοχασμούς τους σχετικά με κάποια από τα πράγματα που έχουν βιώσει στη ζωή τους.
Τα νιώθετε ως αφηρημένα αυτά πάνω στα οποία συναναστραφήκαμε τώρα; Μπορείτε να τα καταλάβετε; (Δεν είναι αφηρημένα. Μπορούμε να τα καταλάβουμε.) Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι ούτε αφηρημένο ούτε κενό· όλα αυτά είναι πράγματα που οι άνθρωποι μπορούν να δουν και με τα οποία μπορούν να έρθουν σε επαφή στην αληθινή ζωή. Αν κάποιος πιστεύει ότι η συναναστροφή σχετικά με τη συνείδηση και τη λογική της ανθρώπινης φύσης είναι άσχετη με την αληθινή ζωή και νιώθει ότι αυτό το περιεχόμενο είναι πολύ κενό και αφηρημένο, λες και είναι κάτι που συμβαίνει σε έναν άλλο κόσμο και πολύ μακριά από τους ανθρώπους, τότε αυτός ο άνθρωπος έχει πρόβλημα, σωστά; Δεν κατανοείς ζητήματα που αφορούν τη διαγωγή και στη δική σου διαγωγή δεν διαθέτεις ούτε συνείδηση ούτε λογική. Τι ακριβώς είσαι, λοιπόν, διάβολος ή ζώο; Δεν μπορεί να το πει κανείς με σιγουριά, αλλά σε κάθε περίπτωση, δεν είσαι άνθρωπος. Οι άνθρωποι που διαθέτουν συνείδηση και λογική μπορούν να αντιληφθούν τις σκέψεις ή τις εκδηλώσεις που αφορούν τη συνείδηση και τη λογική της ανθρώπινης φύσης και να ταυτιστούν με αυτές. Αν κάποιος δεν μπορεί να ταυτιστεί με αυτές τις θετικές σκέψεις ή εκδηλώσεις, μα μπορεί να ταυτιστεί με τις αρνητικές, αυτό δείχνει ότι δεν έχει συνείδηση ούτε λογική μέσα του. Κάποιοι άνθρωποι που δεν έχουν συνείδηση και λογική αισθάνονται μάλιστα βαθιά αηδία για τις σκέψεις, τις απόψεις και τους τρόπους διαγωγής που αφορούν τη συνείδηση και τη λογική της ανθρώπινης φύσης, καθώς τα θεωρούν επαίσχυντα, σιχαμερά ή άξια περιφρόνησης —αυτοί είναι άνθρωποι που δεν έχουν ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης. Οι άνθρωποι που δεν έχουν ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης αισθάνονται μεγάλη αηδία για τις εκδηλώσεις της συνείδησης και της λογικής της ανθρώπινης φύσης, κι επίσης δεν μπορούν να αντιληφθούν τις διάφορες συγκεκριμένες σκέψεις, συμπεριφορές και αρχές άσκησης που παρουσιάζονται στην ανθρώπινη φύση εκείνων που έχουν συνείδηση και λογική. Επειδή δεν είναι του ίδιου είδους, δεν μπορούν να τις αντιληφθούν. Πείτε Μου, μπορούν τα ζώα να καταλάβουν με βάση ποιες αρχές ενεργούν οι άνθρωποι ή γιατί ενεργούν με αυτόν τον τρόπο; (Όχι.) Τα ζώα δεν ξέρουν. Τι ξέρουν τα ζώα; Ξέρουν τι να κάνουν και πότε να το κάνουν —μόνο αυτά τα σταθερά πράγματα: πότε να φάνε, πόσο να παίξουν και πού τα πηγαίνουν συνήθως οι ιδιοκτήτες τους. Όσο για το γιατί τα πηγαίνουν εκεί οι τελευταίοι ή γιατί δεν τα πηγαίνουν, αυτά τα πράγματα δεν τα ξέρουν. Επίσης, δεν ξέρουν γιατί η ποσότητα της τροφής που τους δίνεται είναι διαφορετική τον χειμώνα και το καλοκαίρι ούτε ξέρουν τις προθέσεις των ιδιοκτητών τους για όλα όσα κάνουν γι’ αυτά. Ξέρουν μόνο το εξής: «Όπως και να ’χει, ο ιδιοκτήτης μου είναι καλός μαζί μου. Ο ιδιοκτήτης μου μου δίνει νόστιμο φαγητό κάθε μέρα, κι επίσης μου κάνει παρέα και με προστατεύει. Είναι καλός μαζί μου, οπότε είναι ο ιδιοκτήτης μου. Οι άλλοι άνθρωποι δεν με ταΐζουν ούτε με μεταχειρίζονται καλά, οπότε δεν είναι οι ιδιοκτήτες μου και δεν έχω στενή σχέση μαζί τους». Τα ζώα ξέρουν μόνο αυτά τα απλά πράγματα. Ομοίως, οι άνθρωποι που είναι των ζώων δεν θα μπορέσουν ποτέ να κατανοήσουν ή να συλλάβουν αυτά τα ζητήματα που αφορούν την ανθρώπινη φύση, τη διαγωγή, καθώς και τις σκέψεις και τις απόψεις. Ακόμα κι αν τους διδάξεις, το μόνο που θα μάθουν από σένα είναι δόγματα. Μα το να κατανοείς κάτι από την άποψη του δόγματος δεν σημαίνει ότι το κατανοείς πραγματικά· δεν κατανοούν το βαθύτερο νόημα ούτε κατανοούν την αξία αυτών που τους μαθαίνεις. Επομένως, οι άνθρωποι που είναι των ζώων δεν μπορούν να καταλάβουν όταν γίνεται αναφορά σε ζητήματα που αφορούν τη συνείδηση και τη λογική της ανθρώπινης φύσης. Οι διάβολοι μπορούν να κατανοήσουν αυτά τα πράγματα δογματικά, αλλά δεν τα αποδέχονται. Αηδιάζουν απ’ αυτές τις δηλώσεις και τις απεχθάνονται, γιατί πιστεύουν ότι αραδιάζεις μεγαλόστομα λόγια και ότι αυτές οι δηλώσεις είναι αποκομμένες από την αληθινή ζωή της ανθρωπότητας. Είτε δεν τα αποδέχονται είτε δεν μπορούν να τα κατανοήσουν, αυτά τα πράγματα που αφορούν τη διαγωγή δεν τα λέω για να τα ακούσουν αυτοί που είναι των διαβόλων ή των ζώων. Αν είναι πρόθυμοι να τα αποδεχτούν ως δόγματα, δεν υπάρχει πρόβλημα· αν δεν είναι πρόθυμοι, δεν έχω καμία αντίρρηση. Οι άνθρωποι κατατάσσονται σύμφωνα με το είδος τους —δεν μπορούν να εξαναγκαστούν. Όποια κι αν είναι η ταξινόμησή σου, αυτή καθορίζει τι σου αρέσει. Αν δεν έχεις ανθρώπινη φύση και δεν είσαι του ανθρώπινου γένους, τότε δεν πρόκειται να κατανοήσεις τα λόγια που αφορούν την αλήθεια και δεν θα είσαι πρόθυμος να βαδίσεις στο μονοπάτι στο οποίο οφείλουν να βαδίζουν οι άνθρωποι. Μόνο οι άνθρωποι που ανήκουν στην ταξινόμηση των ανθρώπων θα είναι πρόθυμοι να ακούσουν αυτά τα θέματα που αφορούν τη διαγωγή και την αλήθεια. Αν κάποιοι δεν είναι πρόθυμοι να ακούσουν και δεν μπορούν να τα αφομοιώσουν, δεν είναι υποχρεωμένοι να ακούσουν. Τέτοιοι άνθρωποι δεν ανήκουν στην ταξινόμηση των ανθρώπων και η αλήθεια δεν λέγεται για να την ακούσουν αυτοί.
Μόλις τώρα αναφέραμε ότι οι άνθρωποι που διαθέτουν συνείδηση και λογική στην ανθρώπινη φύση τους, όταν πρόκειται για τις σωματικές ανάγκες της ζωής τους —όπως το φαγητό, το ποτό και η διασκέδαση— καθώς βιώνουν και συναντούν όλο και περισσότερα από αυτά τα πράγματα, θα τα αναλογίζονται συνεχώς. Όσο περισσότερο βιώνουν το φαγητό, το ποτό, τη διασκέδαση και τις σαρκικές απολαύσεις της ζωής, τόσο περισσότερο αισθάνονται μέσα στην καρδιά τους ότι αυτά τα πράγματα δεν έχουν νόημα και είναι κενά. Ακόμα κι αν δεν μπορούν να σταματήσουν να ζουν έτσι, αυτό δεν τους δίνει χαρά· αντίθετα, νιώθουν πολύ αβοήθητοι. Αυτή η κατάσταση τούς ωθεί ακόμα περισσότερο να επιζητήσουν να κατανοήσουν ερωτήματα όπως το νόημα της ζωής και το γιατί ζουν οι άνθρωποι. Επομένως, όταν αποδέχονται το έργο του Θεού και παίρνουν τις απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα, νιώθουν μια μεγάλη αίσθηση ικανοποίησης στην καρδιά τους και πιστεύουν ότι αυτό είναι πραγματικά το σωστό μονοπάτι στην ανθρώπινη ζωή. Όταν ένας τέτοιος άνθρωπος αποδέχεται την παροχή της αλήθειας των λόγων του Θεού, αισθάνεται ότι τα διάφορα θετικά πράγματα και οι διάφορες απαιτήσεις από τους ανθρώπους που αναφέρονται στα λόγια του Θεού ικανοποιούν απόλυτα τις ανάγκες εντός της ανθρώπινης φύσης τους ή, έως έναν βαθμό, εναρμονίζονται μ’ αυτές. Επομένως, θα αποδεχτεί πρόθυμα τα λόγια του Θεού και τις απαιτήσεις που έχει Εκείνος απ’ τους ανθρώπους· πιστεύει ότι αυτό είναι στ’ αλήθεια το μονοπάτι στο οποίο πρέπει να βαδίζουν οι άνθρωποι και ότι αυτές είναι πραγματικά οι αρχές διαγωγής που πρέπει να διαθέτουν οι άνθρωποι. Επειδή έχει τέτοιες ανάγκες και τέτοιες σκέψεις, τα λόγια του Θεού αποτελούν την παροχή του και μπορούν να γίνουν η βοήθειά του που έρχεται την κατάλληλη στιγμή. Όταν αποδεχτεί την παροχή των λόγων του Θεού, θα έχει την επιθυμία και την αποφασιστικότητα να ικανοποιήσει τον Θεό και να γίνει αληθινό ανθρώπινο ον σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Θεού. Για παράδειγμα, οι δίκαιοι άνθρωποι που αναφέρονται από τον Θεό, όπως ο Νώε, ο Αβραάμ, ο Ιώβ και ο Πέτρος —οι ιστορίες για το πώς υποτάχθηκαν στον Θεό και αποδέχτηκαν τις αναθέσεις από Εκείνον είναι αυτό που ένας τέτοιος άνθρωπος λαχταρά και θαυμάζει ιδιαίτερα στην καρδιά του. Ελπίζει ότι κάποια μέρα θα μπορέσει κι αυτός να έχει αληθινή και απόλυτη υποταγή στον Θεό, ακριβώς όπως ο Νώε, ο Αβραάμ και οι άλλοι, κι επίσης προσδοκά να μπορέσει κάποια μέρα να κερδίσει την έγκριση του Θεού και να γίνει ένας από τους δίκαιους ανθρώπους για τους οποίους μιλά ο Θεός. Λαχταρά να είναι καλός άνθρωπος, δίκαιος άνθρωπος. Οι ιστορίες αυτών των δίκαιων ανθρώπων οι οποίες λέγονται από τον Θεό τον συγκινούν βαθιά, και η καρδιά του συχνά συγκινείται και εμπνέεται από τις ιστορίες τους και από τη στάση τους απέναντι στον Θεό. Επειδή διαθέτει στην ανθρώπινη φύση του τις ιδιότητες της συνείδησης και της λογικής, μπορεί να εκλάβει αυτές τις προσωπικότητες που αναφέρονται στα λόγια του Θεού ως πρότυπα και ως παραδείγματα προς μίμηση· αυτό αποτελεί, επίσης, ένδειξη ότι διαθέτει συνείδηση και λογική. Φυσικά, μια τέτοια εκδήλωση αποτελεί, επίσης, βασική προϋπόθεση για να μπορέσει κάποιος να αποδεχτεί τα λόγια του Θεού και να υποταχθεί σ’ αυτά, καθώς και για να καθαρθεί και να σωθεί. Τουλάχιστον, κρίνοντας από τις εκδηλώσεις ενός τέτοιου ανθρώπου και από αυτά που εκείνος αποκαλύπτει κατά τη διάρκεια της εμπειρίας της ζωής, δεν είναι μουδιασμένος και αναίσθητος. Δεν είναι κάποιος που δεν έχει σκέψεις ούτε κάποιος που δεν έχει καθόλου απόψεις για τη ζωή, για την πραγματικότητα ή για πράγματα όπως το φαγητό, το ποτό και η διασκέδαση. Έχει γνώμες, έχει δικές του απόψεις και, επιπλέον, έχει θετικές σκέψεις και απόψεις. Δηλαδή, δεν είναι μουδιασμένος και αναίσθητος απέναντι στα διάφορα πράγματα της ζωής, αλλά αντίθετα τα σκέφτεται. Ειδικά αφότου βιώσει κάθε είδους δυσκολίες, αναποδιές και αποτυχίες, και γευτεί τις χαρές και τις λύπες της ζωής, αισθάνεται ακόμα περισσότερο ότι, αν συνεχίσει έτσι, η ζωή του είναι κενή και χωρίς αξία· ότι αν απλώς περάσει από αυτόν τον κόσμο και φέρεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, αυτό δεν έχει καμία αξία και νόημα· και ότι τελικά δεν θα κερδίσει τίποτα με το να φέρεται έτσι. Δεν θα είναι πρόθυμος να συμβιβαστεί μ’ αυτό και θα το θεωρήσει ασύλληπτο: «Έτσι πρέπει να ζουν όντως οι άνθρωποι, περνώντας μ’ αυτόν τον τρόπο όλη τους τη ζωή; Ποιο είναι το νόημα να ζουν έτσι γενιά με τη γενιά;» Βλέπεις, αν και τελικά δεν καταλήγει σε κάποιο συμπέρασμα για το πώς πρέπει να ζουν οι άνθρωποι, τουλάχιστον το σκέφτεται. Δεν είναι απορροφημένος στο φαγητό, το ποτό, τη διασκέδαση και την απόλαυση των σαρκικών ανέσεων, της στοργής της οικογένειάς του ή της ευτυχίας της οικογενειακής ζωής, περνώντας έτσι άσκοπα τις μέρες του μες στη σύγχυση. Η στάση του απέναντι στη ζωή δεν είναι σε καμία περίπτωση μια στάση κατά την οποία περιπλανιέται άσκοπα, διότι, καθώς διέπεται από λογική, αναλογίζεται συχνά. Πράγματα όπως το φαγητό, το ποτό, η διασκέδαση και οι σαρκικές απολαύσεις δεν πρόκειται να ικανοποιήσουν καθόλου τις ανάγκες της καρδιάς του. Υπό αυτές τις συνθήκες, θα αναζητήσει πράγματα που μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της καρδιάς του. Στο τέλος, μόνο τα λόγια του Θεού και το έργο του Θεού μπορούν να δώσουν τις απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα για τη ζωή που συλλογίζεται και να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της καρδιάς του.
Αν κάποιος απλώς περνά έτσι τις μέρες του, μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο, χωρίς ποτέ να συλλογίζεται σε ποιο μονοπάτι πρέπει να βαδίσει ούτε πώς πρέπει να ζήσει, κι αν, αφού βιώσει αναποδιές, αποτυχίες, δύσκολες στιγμές και δεινά, κι αφού γευτεί τις χαρές και τις λύπες της ζωής, εξακολουθεί να μη δίνει καμία σημασία σε όλα αυτά, και δεν έχει καθόλου απόψεις για τη ζωή ή για το πώς να φέρεται, και συνεχίζει την επιδίωξη της φήμης, του κέρδους, της θέσης και της απόλαυσης, ενώ μάλιστα είναι ιδιαίτερα πρόθυμος να πέσει με τα μούτρα σε διάφορες κακές τάσεις —και δεν έχει καμία επίγνωση, δεν στενοχωριέται ούτε πονάει και δεν νιώθει ότι μια τέτοια ζωή είναι κενή— τότε ένα τέτοιο άτομο σίγουρα δεν είναι ανθρώπινο ον. Αν ήταν ανθρώπινο ον, τότε, μόλις έφτανε σε μια συγκεκριμένη ηλικία, θα σκεφτόταν αυτά τα ερωτήματα που αφορούν τη ζωή. Κάποιοι άνθρωποι αρχίζουν να αναλογίζονται τα ζητήματα της ζωής μόλις μπουν στα είκοσι: «Όλοι οι άνθρωποι της γενιάς των παππούδων μου και της γενιάς των γονιών μου ζούσαν έτσι. Θα ζήσω άραγε κι εγώ σαν αυτούς, δηλαδή να παντρευτώ και να κάνω παιδιά σε μια συγκεκριμένη ηλικία, και τέλος μετά για όλη μου τη ζωή; Στ’ αλήθεια ζω μόνο για να μεγαλώσω παιδιά και να αναπαραχθώ; Αν κάποιος ζει έτσι όλη του τη ζωή, αυτό δεν έχει νόημα. Αν όλες οι γενιές ζουν έτσι, δεν είναι και πάλι κενό αυτό;» Νιώθουν αμυδρά μέσα στην καρδιά τους ότι το μέλλον είναι κενό και αβέβαιο. Νιώθουν ως εξής: «Αν κάποιος σε όλη του τη ζωή επιδιώκει μόνο να τρώει, να πίνει, να διασκεδάζει και να απολαμβάνει σαρκικές απολαύσεις, κι έπειτα κάνει παιδιά και τα μεγαλώσει, κι αυτά τον φροντίσουν στα γεράματά του και του κάνουν μια αξιοπρεπή κηδεία, και μπορεί να απολαύσει τα τελευταία του χρόνια με ηρεμία —αν κυνηγήσει αυτόν τον στόχο, τότε η ζωή του δεν θα έχει καθόλου νόημα!» Πριν καν αρχίσουν πραγματικά να βιώνουν τη ζωή, βλέπουν ήδη ότι ο δρόμος μπροστά τους είναι σκοτεινός και δεν έχει φως· έχουν ήδη δει κάθε προσχεδιασμένο στάδιο της ζωής που απλώνεται μπροστά τους. Έχουν μέσα τους ένα αόριστο αίσθημα ότι μια τέτοια ζωή δεν έχει νόημα και ότι δεν υπάρχει τίποτα να περιμένουν με ανυπομονησία! Κάποιοι άνθρωποι, μπαίνοντας στα είκοσι, αρχίζουν να σκέφτονται να κάνουν οικογένεια, να χτίσουν μια καριέρα, να ζήσουν μια καλή ζωή και να φροντίσουν ώστε οι γονείς τους να απολαύσουν μια καλή ζωή. Και υπάρχουν, επίσης, κάποιοι άνθρωποι που έχουν πάντα φιλοδοξίες· θέλουν πάντα να κάνουν περιουσία ή να γίνουν αξιωματούχοι, να ξεπεράσουν τους υπόλοιπους και να φέρουν τιμή στους προγόνους τους. Είτε επηρεάζονται από τους γονείς τους είτε από την κοινωνία, με λίγα λόγια, δεν ξέρουν να αναλογίζονται τη ζωή. Πιστεύουν ακράδαντα ότι η ζωή έχει να κάνει μόνο με το καλό φαγητό, τα ωραία ρούχα και το να ζουν μια καλή ζωή, και δεν λαμβάνουν υπόψη τίποτα άλλο. Κάποιοι άνθρωποι βιώνουν πολλές αναποδιές πριν δουν καθαρά ότι αυτή η κοινωνία και η ανθρωπότητα δεν είναι τόσο καλές όσο φαντάζονται οι άνθρωποι και αρχίζουν να σκέφτονται πώς να ζήσουν μια ζωή που να έχει αξία και νόημα, και που να μην τη ζουν μάταια. Τέτοιοι άνθρωποι αποτελούν μια πολύ μικρή μειοψηφία. Με λίγα λόγια, όλοι όσοι αναλογίζονται την αξία της ζωής και συνειδητοποιούν ότι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν μια ροπή προς τα πρακτικά ζητήματα όσο ζουν είναι άνθρωποι που διαθέτουν συνείδηση και λογική. Το γεγονός ότι μπορούν να αναλογιστούν αυτά τα πράγματα δείχνει ότι έχουν διαφορετικές αξίες από τους άλλους. Οι δικές τους αξίες δεν περιορίζονται στο να τρώνε καλά και να απολαμβάνουν ωραία πράγματα, και να ευημερούν, να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους και να έχουν καλές προοπτικές σ’ αυτήν τη ζωή και τέλος. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι με καλές προοπτικές, όπως αυτοί οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι. Τους περιμένει τίποτα καλό στο τέλος; Ζουν ευτυχισμένοι; Αν κοιτάξεις προσεκτικά τη ζωή τους πίσω από τα παρασκήνια, ούτε αυτοί είναι ευτυχισμένοι. Αυτό σε κάνει να νιώθεις ότι, αν αναζητάς κι εσύ θέση και προοπτικές, θα είσαι κι εσύ δυστυχισμένος, όπως ακριβώς κι εκείνοι. Οι άνθρωποι που έχουν τις σκέψεις της κανονικής ανθρώπινης φύσης θα αναρωτηθούν: «Αυτοί οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι δεν είναι ευτυχισμένοι, πράγμα που αποδεικνύει ότι το μονοπάτι στο οποίο βαδίζουν είναι λάθος. Τότε ποιο είναι το σωστό μονοπάτι στο οποίο πρέπει να βαδίσουν οι άνθρωποι, ώστε να βρουν πραγματική παρηγοριά στην καρδιά τους;» Οι καρδιές των ανθρώπων χρειάζονται κάτι για να τις παρηγορεί. Αυτή η πηγή παρηγοριάς δεν είναι οι υλικές απολαύσεις, όπως τα χρήματα, τα πολυτελή σπίτια ή τα ακριβά αυτοκίνητα, ούτε ένα άτομο εμπιστοσύνης που μπορεί να αντιμετωπίσει μαζί τους τα δεινά, πόσο μάλλον ένας τέλειος γάμος ή ευσεβή παιδιά. Κανένα από αυτά τα πράγματα δεν μπορεί πραγματικά να φέρει παρηγοριά στην καρδιά των ανθρώπων. Εκείνο που μπορεί πραγματικά να φέρει παρηγοριά στην καρδιά των ανθρώπων είναι αυτά που χρειάζεται η καρδιά τους. Χρειάζονται κάποιες απαντήσεις· δηλαδή, υπάρχουν κάποια πράγματα που θέλουν να κατανοήσουν οι άνθρωποι στη διάρκεια της ζωής τους: Από πού προέρχονται οι άνθρωποι; Πότε θα πεθάνουν; Ποιος ελέγχει τον θάνατο; Υπάρχει αυτό που λένε μοίρα στη ζωή; Ποιος είναι υπεύθυνος για τη μοίρα; Αν οι γονείς του καθενός είναι υπεύθυνοι γι’ αυτή, τότε ποιος είναι υπεύθυνος για τη μοίρα των γονιών; Οι γονείς δεν μπορούν καν να ελέγξουν τη δική τους μοίρα· πώς θα μπορούσαν, λοιπόν, να ελέγξουν τη μοίρα των παιδιών τους; Επίσης, πώς πρέπει να φέρονται οι άνθρωποι; Πώς πρέπει να φέρονται ώστε η ζωή τους να έχει αξία και να μην περάσουν μάταια από αυτόν τον κόσμο; Αν οι άνθρωποι έχουν ψυχή, τότε μετά τον θάνατό τους, οι ψυχές τους έχουν άραγε κάπου να πάνε; Αν οι ψυχές έχουν πού να πάνε, σχετίζεται αυτό μ’ αυτήν τη ζωή; Τι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι σ’ αυτήν τη ζωή για να πάει η ψυχή τους σε κάποιο καλό μέρος μετά θάνατον; Πώς μπορούν να αποφύγουν να καταλήξουν σε κάποιο κακό μέρος ή να αλλάξουν πορεία για να το αποφύγουν; Όλα αυτά είναι ερωτήματα που πρέπει να σκεφτούν οι άνθρωποι. Όταν οι άνθρωποι σκέφτονται αυτά τα ερωτήματα αλλά δεν μπορούν να βρουν απαντήσεις, άραγε νιώθουν να βασανίζονται μέσα τους; (Ναι.) Όσο περισσότερο δεν καταφέρνεις να βρεις απαντήσεις, τόσο περισσότερο βασανίζεσαι μέσα σου και τόσο λιγότερη όρεξη έχεις να απολαύσεις τη ζωή, την οικογενειακή στοργή ή τον έρωτα, γιατί όπως κι αν τα απολαύσεις, αυτά τα πράγματα το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να γεμίσουν προσωρινά το κενό στην καρδιά σου. Μόλις σταματήσεις να απολαμβάνεις αυτά τα πράγματα, βαθιά μέσα σου θα νιώσεις ακόμα μεγαλύτερο κενό, γιατί αυτά που κατέχεις ή που απολαμβάνεις προσωρινά απλώς μουδιάζουν την καρδιά σου και ικανοποιούν τις προσωρινές σου ανάγκες· δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις στα ερωτήματα που σε απασχολούν. Τελικά, όσα χρήματα κι αν έχεις, όσο καλή κι αν είναι η υλική ζωή που απολαμβάνεις ή όσα παιδιά κι αν έχεις δίπλα σου να σε τιμούν, τίποτα από αυτά δεν μπορεί να δώσει απάντηση στα ερωτήματα που κρύβονται βαθιά στην καρδιά σου ούτε μπορεί να σε βοηθήσει να βρεις τις απαντήσεις που επιθυμείς. Με άλλα λόγια, αυτά που απολαμβάνεις σ’ αυτήν τη ζωή, αυτά που έχεις ήδη αποκτήσει, δεν μπορούν να σου πουν πώς θα είναι το μέλλον σου, πού θα πας όταν τελειώσει αυτή η ζωή, ή αν θα τιμωρηθείς ή θα ανταμειφθείς. Κανείς δεν μπορεί να σου δώσει ακριβή απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα και δεν μπορείς να βρεις ακριβείς απαντήσεις στα βιβλία ή σε οποιαδήποτε άλλη πηγή. Αν, καθώς συλλογίζεσαι αυτά τα ερωτήματα, νιώθεις αμυδρά ότι η ζωή είναι κενή, ότι το να απολαμβάνεις την οικογενειακή στοργή είναι κενό, ότι το να απολαμβάνεις τον έρωτα, τον γάμο και την οικογένεια είναι κενό, ότι το να απολαμβάνεις την υιική ευσέβεια από τα παιδιά σου είναι κενό και ότι το να απολαμβάνεις πράγματα όπως το φαγητό, το ποτό και τη διασκέδαση είναι όλα κενά —και, όσο περισσότερο απολαμβάνεις και αποκτάς αυτά τα πράγματα, τόσο πιο δυνατό και έντονο γίνεται αυτό το αίσθημα κενού— τότε θα νιώθεις όλο και περισσότερο ότι η καρδιά σου χρειάζεται κάτι άλλο πέρα από αυτά τα πράγματα για να βρει παρηγοριά. Αυτό θα σε ωθήσει περαιτέρω να αναζητήσεις πράγματα που μπορούν να φέρουν παρηγοριά στην καρδιά σου, καθώς και να ψάξεις να βρεις τις απαντήσεις στη ζωή και στο μονοπάτι της ζωής. Όταν αυτά τα πράγματα δεν μπορούν να επιτευχθούν, οι άνθρωποι υιοθετούν μια αβοήθητη, επιπόλαιη στάση απέναντι στις εγκόσμιες υποθέσεις: «Απλώς θα ζήσω έτσι. Ούτως ή άλλως, έτσι ζουν οι άνθρωποι όλη τους τη ζωή». Όσο ωραία κι αν είναι τα πράγματα που κατέχει ή απολαμβάνει κάποιος που διαθέτει συνείδηση και λογική, όλα είναι κενά γι’ αυτόν. Αυτός δεν είναι σαν εκείνους τους ανθρώπους που ανήκουν στο σινάφι των θηρίων, οι οποίοι δεν χορταίνουν ποτέ όσο κι αν τρώνε και δεν ικανοποιούνται ποτέ όσες απολαύσεις κι αν έχουν, και οι οποίοι μάλιστα σκέφτονται: «Καλύτερα να διασκεδάζουν έτσι οι άνθρωποι όλη τους τη ζωή. Σ’ αυτήν τη ζωή, η ασθένεια είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να έχει κανείς και τα χρήματα είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να μην έχει». Αυτή είναι η λογική των ανθρώπων που έχουν μετενσαρκωθεί από ζώα. Αυτό το ρητό, «Η ασθένεια είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να έχει κανείς και τα χρήματα είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να μην έχει» είναι η φιλοσοφία ζωής που αποκομίζουν αφότου βιώσουν τη ζωή. Ωστόσο, όταν κάποιος που διαθέτει συνείδηση και λογική ακούει αυτά τα λόγια, σκέφτεται: «Το να είσαι φτωχός όντως μοιάζει άσχημο· όταν χρειάζεσαι χρήματα αλλά δεν τα έχεις, αυτό σε φέρνει σε δύσκολη θέση. Άραγε, όμως, το να έχει κανείς χρήματα μπορεί να λύσει το πρόβλημα του κενού; Δεν μπορεί να το λύσει ούτε στο ελάχιστο. Το να έχεις πάρα πολλά χρήματα είναι κι αυτό μπελάς. Πάντα υπάρχουν άνθρωποι που τα εποφθαλμιούν και δεν ξέρεις πού είναι ασφαλές να τα φυλάξεις. Το να τα βάλεις στην τράπεζα δεν μοιάζει ασφαλές, το να τα επενδύσεις δεν σου δίνει καμία σιγουριά και, ούτως ή άλλως, δεν μπορείς να ξοδέψεις τόσο πολλά. Αν ξοδέψεις τα χρήματα σε απολαύσεις όπως το φαγητό, το ποτό και η διασκέδαση, και ζεις σε ένα πολυτελές σπίτι, και κυκλοφορείς με πολυτελή αυτοκίνητα και απολαμβάνεις την κολακεία, τον θαυμασμό και την υψηλή εκτίμηση των ανθρώπων, ενώ οι άνθρωποι σε ακολουθούν και σε περιτριγυρίζουν όπου κι αν πας σαν σμήνος από μύγες που βουίζουν συνεχώς γύρω σου και δεν σε αφήνουν στιγμή —μετά από ένα διάστημα που θα απολαμβάνεις αυτά τα πράγματα, θα νιώσεις μέσα σου μια αποστροφή προς αυτά και θα σκεφτείς τι υπέροχο που θα ήταν να έβρισκες ένα μέρος για να ησυχάσεις για λίγο και να ηρεμήσεις το μυαλό σου. Ακόμα κι αν μπορείς να ταξιδέψεις σε όλο τον κόσμο και να διευρύνεις τους ορίζοντές σου, στη συνέχεια, όταν ηρεμήσεις εσωτερικά, θα συνεχίσεις να νιώθεις ότι δεν έχει νόημα να ζεις έτσι και θα νιώσεις ακόμα μεγαλύτερο κενό». Στην πραγματικότητα, όταν οι άνθρωποι νιώθουν κενοί απέναντι σ’ όλα αυτά, η καρδιά τους έχει ανάγκη από παρηγοριά. Με άλλα λόγια, όταν φτάσουν σε μια συγκεκριμένη ηλικία και σε ένα συγκεκριμένο στάδιο του μονοπατιού της ζωής τους, θα έχουν πολλά ερωτήματα και προβληματισμούς σχετικά με τη ζωή που δεν θα κατανοούν, για τα οποία θα πρέπει να βρουν απαντήσεις και να τα επιλύσουν. Αν δεν μπορέσουν να επιλυθούν αυτά τα ερωτήματα, αυτοί δεν μπορούν παρά να ζουν σαν ζωντανοί νεκροί και ν’ αντιμετωπίζουν τα πάντα με απροθυμία, και η οπτική τους απέναντι στα πάντα θα είναι ιδιαίτερα αρνητική και παθητική, κι όχι ενεργητική. Αυτά είναι μερικά από τα αισθήματα για τη ζωή που τρέφουν οι άνθρωποι που διαθέτουν στην ανθρώπινη φύση τους συνείδηση και λογική.
Όσο για τους ανθρώπους που έχουν συνείδηση και λογική, εκτός από το ότι έχουν κάποια αισθήματα για τη ζωή, όταν φτάσουν σε μια συγκεκριμένη ηλικία θα συνειδητοποιήσουν κάποια πράγματα σχετικά με την ανθρώπινη ζωή και θα στοχαστούν διάφορα ερωτήματα. Επειδή έχουν συνείδηση —ή, για να είμαστε ακριβείς, επειδή οι άνθρωποι σαν κι αυτούς έχουν καρδιά και πνεύμα— καθώς θα βρίσκονται υπό τη συνεχή επίδραση της συνείδησης και της λογικής τους, θα στοχάζονται διάφορα ερωτήματα σε διαφορετικά στάδια της ζωής τους: Τι μεταχείριση πρέπει να έχουν όλοι οι άνθρωποι; Πώς πρέπει να μεταχειρίζεται κανείς τους γονείς και τα παιδιά του; Τι είναι τελικά η ζωή; Στη ζωή, τι ρόλο παίζουν τελικά το φαγητό, το ποτό και η απόλαυση, καθώς και η φήμη, το κέρδος, η θέση και οι προοπτικές; Αφότου βιώσουν τα διάφορα στάδια της ζωής, ακόμα κι αν δεν κατανοήσουν την αλήθεια, θα βγάλουν κάποια συμπεράσματα για τη ζωή. Επειδή στοχάζονται, θα βγάλουν συμπεράσματα. Αυτά τα συμπεράσματα μπορεί να είναι αντικειμενικά ή μπορεί απλώς να είναι πράγματα που συνειδητοποιεί ο καθένας προσωπικά. Τουλάχιστον, όμως, οι άνθρωποι που έχουν συνείδηση και λογική έχουν ήδη περάσει κάποια πράγματα καθώς βιώνουν τη ζωή. Με κάποια συγκεκριμένη εμπειρία στη ζωή, θα νιώσουν ως εξής: «Σ’ αυτήν τη ζωή, πολλά πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλει κανείς· πολλά πράγματα είναι πέρα από τον έλεγχο του καθενός. Είναι λες και, κάπου στα αόρατα, τα έχει διευθετήσει όλα ο Ουρανός». Αυτό είναι ένα από τα πράγματα που συνειδητοποιούν καθώς βιώνουν τη ζωή και αποτελεί επίσης ένα από τα πράγματα που κερδίζουν. Από την άποψη της ανθρώπινης φύσης, αυτό το κέρδος αποτελεί ένα πολύ θετικό και φυσικό είδος στοχασμού που προκύπτει από τη λειτουργία της συνείδησης και της λογικής. Γιατί έχουν έναν τέτοιο στοχασμό; Επειδή, καθώς βιώνουν τη ζωή, υπάρχουν πολλά πράγματα που πηγαίνουν όπως επιθυμούν και άλλα που δεν πηγαίνουν, πράγματα που συνάδουν με τις επιθυμίες τους και άλλα που δεν συνάδουν. Καθώς βιώνουν αυτά τα πράγματα, αντλούν συνεχώς διδάγματα και τελικά φτάνουν σ’ ένα συμπέρασμα: Οι άνθρωποι έχουν μοίρα. Είτε η ζωή ενός ανθρώπου βαίνει ομαλά και όπως ο ίδιος επιθυμεί είτε είναι γεμάτη δυσκολίες και απογοητεύσεις, είτε είναι γεμάτη πόνο είτε είναι γεμάτη ευτυχία, υπάρχει πράγματι κάτι που ονομάζεται μοίρα. Με βάση αυτό, εκείνος ο άνθρωπος θα στοχαστεί κάποια ερωτήματα: «Είναι σίγουρο ότι οι άνθρωποι έχουν μοίρα· επιλέγουν όμως οι ίδιοι τη μοίρα τους; Μήπως αυτή διαμορφώνεται από τους γονείς τους; Δεν φαίνεται να είναι έτσι. Αν η μοίρα των παιδιών διαμορφώνεται και αποφασίζεται από τους γονείς τους, τότε κάθε γονιός θα ήλπιζε τα παιδιά του να ευημερήσουν και να ξεχωρίσουν από τους άλλους, και να έχουν μια ευτυχισμένη ζωή που να βαίνει όπως εκείνα επιθυμούν. Γιατί, όμως, η δική μου ζωή δεν έχει πάει σύμφωνα με τις επιθυμίες των γονιών μου ούτε σύμφωνα με τις δικές μου επιθυμίες; Είναι ξεκάθαρο ότι τη μοίρα δεν την αποφασίζουν οι άνθρωποι. Το να λέμε ότι η μοίρα των ανθρώπων διαμορφώνεται από τη φύση είναι κενά λόγια· κάτι τέτοιο είναι τελείως αδύνατο. Σίγουρα υπάρχει ένας Κυρίαρχος, ο Ουρανός, που διευθετεί αυτό το ζήτημα στον αόρατο κόσμο». Όταν βιώσει κάποια από τα στάδια της ζωής, αυτός ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ορισμένα πράγματα. Ή, σχετικά με κάποια στάδια της ζωής τα οποία δεν έχει βιώσει ακόμα, αντλεί κάποια κατανόηση και διορατικότητα από τους γονείς ή τους προγόνους του· φυσικά, κι αυτά αποτελούν πράγματα τα οποία συνειδητοποιεί για τη ζωή. Κατ’ αρχάς, πιστεύει στη μοίρα και, με βάση αυτό, πιστεύει ότι υπάρχει ο Ουρανός. Είναι αντικειμενικό αυτό; (Ναι.) Ίσως κάποιοι να πουν: «Αυτό που λες δεν είναι αντικειμενικό. Είμαστε κι εμείς άνθρωποι, αλλά δεν σκεφτόμαστε έτσι». Όταν λέμε ότι οι άνθρωποι που έχουν συνείδηση και λογική στοχάζονται τα ερωτήματα της ζωής, αυτό δεν σημαίνει ότι απλώς κάθονται χωρίς να κάνουν τίποτα και τα σκέφτονται για σαράντα πέντε λεπτά σαν να βρίσκονται στην τάξη, κι έπειτα βρίσκουν μια απάντηση. Κάθε άλλο· καθώς μεγαλώνουν και βιώνουν όλο και περισσότερα πράγματα, χωρίς καν να το αντιλαμβάνονται, συνειδητοποιούν πράγματα σχετικά με τη ζωή. Αυτά τα πράγματα δεν τα συνειδητοποιούν από τη μια μέρα στην άλλη ούτε μετά από έναν χρόνο. Ξεκινώντας ίσως από την ηλικία των τριάντα, αρχίζουν να βιώνουν τη ζωή και να αλληλεπιδρούν με την κοινωνία και τους άλλους ανθρώπους· αφού βιώσουν σταδιακά διάφορα πράγματα, συσσωρεύουν σιγά-σιγά εμπειρίες, οι οποίες τους οδηγούν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Δηλαδή, οι άνθρωποι που έχουν συνείδηση και λογική, όταν φτάσουν σε μια ορισμένη ηλικία, αφού διανύσουν ένα μέρος από το ταξίδι της ζωής, θα πιστέψουν πρώτα απ’ όλα ότι οι άνθρωποι έχουν μοίρα και ότι η μοίρα τους βρίσκεται υπό την κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Ουρανού· βγάζουν αυτό το συμπέρασμα. Τι άλλο συμπεραίνουν; «Είτε κάποιος απολαμβάνει ευλογίες είτε υποφέρει κακουχίες σ’ αυτήν τη ζωή, είτε είναι φτωχός είτε πλούσιος, είτε γίνεται υψηλόβαθμος αξιωματούχος είτε είναι απλώς ένας κοινός άνθρωπος, τίποτα από όλα αυτά δεν εξαρτάται από τον ίδιο». Αν το σκεφτείς από ανθρώπινη οπτική, ποιος δεν θέλει να γίνει αξιωματούχος, να απολαμβάνει μια καλή υλική ζωή και να έχει μια ευτυχισμένη ζωή χωρίς δυσκολίες, όπου όλα πάνε όπως επιθυμεί; Τέτοιες βλέψεις, όμως, δεν είναι απαραίτητο ότι θα πραγματοποιηθούν. Η μοίρα του καθενός είναι διαφορετική. Για παράδειγμα, κάποιοι άνθρωποι φαίνονται ασήμαντοι και απεριποίητοι όταν είναι νέοι, αλλά όταν μεγαλώσουν γίνονται επιτυχημένοι· οι άνθρωποι δεν μπορούν να το καταλάβουν αυτό. Ας πούμε, για παράδειγμα, ότι υπάρχει ένα κορίτσι που από μικρή ηλικία είχε ιδιαίτερο κίνητρο να διαπρέψει· τα πάει καλά στις σπουδές της και είναι εξαιρετικά όμορφη. Τι της συμβαίνει, όμως, στο τέλος; Παντρεύεται έναν τραμπούκο, εκείνος τη χτυπάει κάθε μέρα και τα παιδιά που κάνει δεν είναι τόσο όμορφα όσο εκείνη φανταζόταν· όλα είναι κακομούτσουνα και άσχημα. Έχει τόσο μεγάλο κίνητρο, τόσο όμορφη εμφάνιση και τόσο πολλούς επίδοξους μνηστήρες, όμως έχοντας εξετάσει όλες της τις επιλογές, τελικά διάλεξε έναν τραμπούκο· αυτό είναι κάτι που δεν θα το περίμενε κανείς. Ή, ας πούμε, υπάρχει κάποιος άλλος που είναι ιδιαίτερα φιλόδοξος και ονειρεύεται όταν μεγαλώσει να γίνει στρατηγός ή κυβερνήτης επαρχίας. Και τι γίνεται μ’ αυτόν; Όταν μεγαλώσει, βιοπορίζεται ως αγρότης. Είναι αρκετά μορφωμένος, φοράει γυαλιά όλη μέρα και ξέρει να μιλάει με ευφράδεια. Όπου κι αν πάει, λέει στους άλλους ιστορικές αφηγήσεις και ιστορίες. Γνωρίζει, μάλιστα, τα πάντα, από αστρονομία μέχρι γεωγραφία, και μπορεί να προβλέψει το μέλλον. Αλλά στο τέλος, δεν καταφέρνει τίποτα και παραμένει αγρότης όλη του τη ζωή. Από τα παραπάνω, φαίνεται ότι η μοίρα του καθενός σε όλη του τη ζωή διευθετείται από τον Ουρανό. Ακόμα κι αν έχεις καλές βλέψεις και επιθυμίες, δεν είναι απαραίτητο αυτές να πραγματοποιηθούν· και ακόμα κι αν δεν τις έχεις, ίσως να έρθει απροσδόκητα στον δρόμο σου καλή τύχη. Αυτό επιβεβαιώνει το ρητό των άπιστων ότι ο Ουρανός έχει μάτια. Αυτό βρίσκεται εξ ολοκλήρου υπό την κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Δημιουργού. Επιπλέον, οποιοσδήποτε είναι φτωχός τώρα δεν θα είναι απαραίτητα φτωχός για όλη του τη ζωή. Όταν κάποιος είναι φτωχός, μπορεί η γυναίκα του να τον περιφρονήσει και να τον εγκαταλείψει. Ωστόσο, λίγα χρόνια μετά, η επιχείρησή του ευημερεί και γίνεται εκατομμυριούχος, κυκλοφορεί με πολυτελή αυτοκίνητα, ζει σε έπαυλη και στολίζεται με χρυσό και ασήμι. Τότε, η γυναίκα του θέλει να επιστρέψει, αλλά εκείνος θα προτιμούσε να μην ξαναπαντρευτεί ποτέ παρά να τη δεχτεί πίσω. Βλέπεις, η γυναίκα του πολύ απλά δεν έχει καλή τύχη· είναι προορισμένη να είναι φτωχή. Το αν κάποιος είναι φτωχός ή πλούσιος σε αυτήν τη ζωή είναι πέρα από τον έλεγχό του. Ποτέ δεν ξέρεις πότε μπορεί να γίνεις πλούσιος και ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σε κάνει φτωχό. Κάποιοι πλούσιοι πιστεύουν ότι θα είναι πλούσιοι για όλη τους τη ζωή, γι’ αυτό και περιφρονούν τους φτωχούς και τους αγνοούν. Ωστόσο, λίγα χρόνια μετά, πέφτουν οι ίδιοι στη φτώχεια, κι εκείνοι τους οποίους κάποτε εκφόβιζαν και αγνοούσαν είναι πλέον πιο πλούσιοι από τους ίδιους και δεν έχουν καμία όρεξη να τους δώσουν την παραμικρή σημασία. Εκτός από τη συνειδητοποίηση ότι δεν ελέγχει κανείς αν θα είναι πλούσιος ή φτωχός, ποια άλλα πράγματα σχετικά με τη ζωή συνειδητοποιούν οι άνθρωποι που έχουν συνείδηση και λογική; Κάποιοι λένε: «Σ’ αυτήν τη ζωή, ακόμα κι αν δεν κάνεις καλά πράγματα, μη διαπράττεις κακό. Ο Ουρανός έχει μάτια! Κοίτα εκείνη την οικογένεια· είναι όλοι σάπιοι από τη γενιά των παππούδων τους, συνέχεια εξαπατούν και βλάπτουν τους άλλους. Και τι τους συνέβη στο τέλος; Ο εγγονός τους υπέστη την ανταπόδοση· γεννήθηκε με αναπηρία. Γι’ αυτό, μη διαπράττεις κακό. Ο Ουρανός έχει μάτια· αργά ή γρήγορα θα αντιμετωπίσεις την ανταπόδοση αν διαπράξεις κακό!» Οι άνθρωποι που έχουν συνείδηση και λογική βιώνουν πολλά και υποφέρουν πολύ όταν δεν κατανοούν την αλήθεια. Μέχρι να φτάσουν στα πενήντα ή στα εξήντα, θα έχουν συνειδητοποιήσει διάφορα πράγματα σχετικά με τη ζωή. Αυτές οι συνειδητοποιήσεις τελικά συνοψίζονται στην ύπαρξη της μοίρας και του Ουρανού, στο ότι στον αόρατο κόσμο οι μοίρες των ανθρώπων βρίσκονται υπό την κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Ουρανού, στο ότι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν την ανταπόδοση μετά τον θάνατό τους, στο ότι δεν πρέπει να διαπράττει κανείς κακό και στο ότι, όποιο κακό κι αν διαπράξει κανείς, ο Ουρανός έχει μάτια και βλέπει. Μη νομίζεις ότι οι άλλοι δεν έχουν ιδέα ότι έχεις κάνει κακό· μπορεί να μην το γνωρίζουν οι άνθρωποι, αλλά ο Ουρανός σίγουρα το γνωρίζει. Τα χρέη που έχει κάποιος σ’ αυτήν τη ζωή πρέπει να αποπληρωθούν στην επόμενη, και μπορεί να χρειαστούν ακόμα και αρκετές ζωές για να αποπληρωθούν. Βλέπεις, από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, όλοι όσοι έχουν διαπράξει πάρα πολλά κακά έχουν βρει άσχημο τέλος και έχουν αντιμετωπίσει την ανταπόδοση. Κάποιοι διέπραξαν πάρα πολλούς φόνους και τιμωρήθηκαν· για εκατοντάδες χρόνια, δεν μετενσαρκώθηκαν ούτε μια φορά ως άνθρωποι. Μετενσαρκώνονταν συνεχώς ως αγελάδες και γουρούνια, κι όταν σφάζονταν, μετενσαρκώνονταν πάλι ως γουρούνια και αγελάδες. Έκαναν αυτόν τον κύκλο από γενιά σε γενιά. Αυτό είναι η ανταπόδοση. Ακόμα κι αν οι άνθρωποι που έχουν συνείδηση και λογική δεν κατανοούν την αλήθεια, μπορούν παρ’ όλα αυτά να έχουν κάποια αισθήματα για τα ζητήματα της ζωής, να συνειδητοποιήσουν κάποια θετικά πράγματα και, τελικά, να βρουν κάποιες θετικές απαντήσεις. Αυτές οι θετικές απαντήσεις τούς επιτρέπουν να εξαγάγουν κάποιες αρχές για τη διαγωγή τις οποίες πρέπει να έχουν οι άνθρωποι, καθώς και το μονοπάτι της διαγωγής στο οποίο πρέπει να βαδίζουν. Ζώντας έτσι όλη τους τη ζωή, μπορούν τουλάχιστον να διαπράττουν λιγότερο κακό και να γλιτώσουν κάποια τιμωρία. Όσο περισσότερη εμπειρία ζωής έχουν οι άνθρωποι και όσο περισσότερα πράγματα συνειδητοποιούν για τη ζωή, τόσο πιο σωστά μπορούν να αντιμετωπίζουν τις προοπτικές και το μέλλον τους, και τόσο περισσότερο μπορούν να αφήνουν τα πράγματα να ακολουθήσουν τη φυσική τους πορεία, αφήνοντάς τα όλα να συμβούν όπως είναι να συμβούν, αντί να προσπαθούν βίαια και εσκεμμένα να ελέγξουν όλα αυτά τα πράγματα. Για παράδειγμα, σχετικά με πράγματα όπως οι προοπτικές και ο γάμος των παιδιών τους ή το πώς μεταχειρίζονται τα παιδιά τους τους ηλικιωμένους, οι γονείς θα αφήνουν τα πράγματα να ακολουθήσουν τη φυσική τους πορεία και θα αντιμετωπίζουν σωστά αυτά τα ζητήματα, αντί να χρησιμοποιούν τεχνητά μέσα ή ακραίες συμπεριφορές για να χειραγωγήσουν τα πάντα. Έτσι, όταν κάποιος έχει συνειδητοποιήσει αυτά τα πράγματα για τη ζωή, μπορεί, σε κάποιον βαθμό, να συμμορφωθεί με τις διευθετήσεις του Ουρανού και τις διευθετήσεις της μοίρας, και να κάνει λιγότερες ή και καθόλου ανοησίες.
Υπάρχουν πολλά πράγματα που έχει να συνειδητοποιήσει κανείς για τη ζωή. Εκτός από αυτά πάνω στα οποία συναναστραφήκαμε μόλις, τι άλλα πράγματα έχετε συνειδητοποιήσει; (Ότι η γέννηση, τα γηρατειά, η ασθένεια και ο θάνατος είναι κι αυτά πέρα από τον έλεγχο των ανθρώπων.) Ναι, η γέννηση, τα γηρατειά, η ασθένεια και ο θάνατος είναι πέρα από τον έλεγχο των ανθρώπων. Βλέπεις, κάποιοι άνθρωποι είναι τέλεια στην υγεία τους, αλλά μετά παθαίνουν ένα κρυολόγημα και πεθαίνουν μέσα σε λίγες μέρες. Εν τω μεταξύ, κάποιοι άνθρωποι είναι ασθενικοί, παίρνουν φάρμακα όλο τον χρόνο, κι όμως ζουν μέχρι πάνω απ’ τα ογδόντα. Το πότε θα πεθάνει κανείς είναι κι αυτό πέρα από τον έλεγχό του· δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να διαλέξει. Ποια άλλα πράγματα μπορεί να συνειδητοποιήσει κανείς σχετικά με τη ζωή; (Ότι ο έρωτας και ο γάμος είναι κι αυτά πέρα από τον έλεγχό μας.) Οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν καθαρά πολλά πράγματα εκείνη τη στιγμή, αλλά όταν φτάσουν σε μια συγκεκριμένη ηλικία, θα συνειδητοποιήσουν κάποια πράγματα. Για παράδειγμα, είναι πολλά τα πράγματα που δεν μπορούν να γίνουν από ανθρώπινο χέρι· δεν αλλάζουν σύμφωνα με την ανθρώπινη βούληση ούτε καθορίζονται από αυτήν. Πείτε Μου, όταν ένας άνθρωπος που μπορεί να συλλογιστεί αυτά τα ερωτήματα και να συνειδητοποιήσει αυτά τα πράγματα για τη ζωή ακούει τα λόγια του Θεού, δεν φωτίζεται πάρα πολύ η καρδιά του; (Ναι.) Αν μπορεί να βρει απαντήσεις στα λόγια του Θεού, τότε μπορεί να αποδεχτεί τα λόγια του Θεού; Θα αναγνωρίσει την αλήθεια των λόγων του Θεού; (Θα την αναγνωρίσει.) Όσοι έχουν συνείδηση και λογική, αφότου βιώσουν κάποια από τα στάδια της ζωής, θα συνειδητοποιήσουν κάποια πράγματα σχετικά με τη ζωή. Το πιο κύριο σημείο ανάμεσα σ’ αυτά τα πράγματα που συνειδητοποιούν είναι η πίστη στη μοίρα και η πίστη ότι υπάρχει ο Θεός. Με βάση αυτό, όταν προσέρχονται ενώπιον του Θεού, τα λόγια του Θεού τούς δίνουν απαντήσεις και τους δίνουν, επίσης, ένα μονοπάτι, επιβεβαιώνοντας αυτά που οι ίδιοι έχουν συνειδητοποιήσει καθώς βιώνουν τη ζωή τους και παρέχοντάς τους, επίσης, συγκεκριμένες απαντήσεις. Δηλαδή, τα λόγια του Θεού συμπληρώνουν τέλεια κάποιες συγκεκριμένες λεπτομέρειες που δεν κατάφεραν να συνειδητοποιήσουν βιώνοντας τη ζωή τους, τους βοηθάνε να κατανοήσουν καλύτερα και να πιστέψουν πιο ακλόνητα ότι ο Θεός υπάρχει και ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως ο Θεός έχει την κυριαρχία πάνω στη μοίρα του κάθε ανθρώπου. Είχαν εξ αρχής αυτό το θεμέλιο και είχαν ήδη πάρει τέτοιες απαντήσεις καθώς βίωναν τη ζωή τους. Όταν προσέρχονται ενώπιον του Θεού και κατανοούν την αλήθεια από τα λόγια του Θεού, τα λόγια του Θεού τούς κάνουν να πιστεύουν πιο ακλόνητα στην ύπαρξή Του και στο γεγονός ότι Αυτός έχει την κυριαρχία πάνω στη μοίρα του κάθε ανθρώπου. Δηλαδή, τα λόγια του Θεού τούς επιτρέπουν να επιβεβαιώσουν ότι αυτά που έχουν συνειδητοποιήσει είναι σωστά και ακριβή. Επομένως, με βάση το ότι συνειδητοποιούν πράγματα για τη ζωή, πιστεύουν ακόμα πιο ακλόνητα ότι ο Θεός υπάρχει πραγματικά και ότι, αν και δεν μπορεί να Τον δει και να Τον αγγίξει κανείς, η ύπαρξή Του είναι αναμφισβήτητη. Στην πραγματικότητα, το είχαν ήδη αντιληφθεί και το αισθάνονταν αυτό προτού προσέλθουν ενώπιον του Θεού. Όταν βρίσκουν επιβεβαίωση στα λόγια του Θεού, είναι φυσικό να αυξάνεται η πίστη τους· αντί να αμφιβάλλουν ακόμα περισσότερο, έχουν περισσότερη πίστη στον Θεό και πιστεύουν πιο ακλόνητα στην ύπαρξή Του. Κατά συνέπεια, έχουν λιγότερη δυσκολία να αποδεχτούν τα λόγια του Θεού σε σχέση με τους περισσότερους ανθρώπους. Ακριβώς όπως ο Ιώβ —τι συνειδητοποίησε αυτός για τη ζωή; «Ο Ιεχωβά έδωκε και ο Ιεχωβά αφήρεσεν· είη το όνομα Ιεχωβά ευλογημένον» (Ιώβ 1:21). Πριν τον δοκιμάσει ο Θεός και πριν τον συναντήσει ο Θεός πρόσωπο με πρόσωπο, το είχε ήδη αισθανθεί αυτό. Έτσι, όταν τον δοκίμασε ο Θεός, εκείνος πίστεψε ακόμα πιο ακλόνητα μέσα του ότι αυτό το είχε κάνει ο Θεός και ότι ήταν αδιαμφισβήτητο. Δηλαδή, όταν τον δοκίμασε ο Θεός, δεν ξεκίνησε από το μηδέν για να γνωρίσει τον Θεό, να έρθει σε επαφή με τις πράξεις Του και να τις γνωρίσει, και να γνωρίσει την κυριαρχία Του· αντίθετα, είχε ήδη κατανοήσει και αντιληφθεί τις πράξεις του Θεού και την κυριαρχία Του. Με βάση αυτό, επιβεβαίωσε ακόμα περισσότερο ότι η γνώση του και αυτά που είχε συνειδητοποιήσει ήταν σωστά, και ότι ο Θεός πράγματι ενεργεί με αυτόν τον τρόπο. Όσο για τους ανθρώπους που έχουν συνείδηση και λογική, όταν προσέρχονται ενώπιον του Θεού αφότου συνειδητοποιήσουν κάποια πράγματα για τη ζωή, δεν δυσκολεύονται σχεδόν καθόλου να αποδεχτούν τα λόγια του Θεού. Μπορούν να πιστέψουν ακόμα πιο ακλόνητα ότι τα λόγια του Θεού είναι σωστά. Απλώς, σ’ αυτά που έχουν συνειδητοποιήσει για τη ζωή λείπουν πολλές λεπτομέρειες, κι αυτό τους κάνει να πιστεύουν ακόμα πιο ακλόνητα και να επιβεβαιώνουν ότι η γνώση τους είναι σωστή, με αποτέλεσμα να μην έχουν καμία αμφιβολία για τον Θεό. Αφού δεν έχουν αμφιβολίες για τον Θεό και πιστεύουν ακλόνητα στην ύπαρξή Του, άραγε τους είναι δύσκολο να αποδεχτούν την κυριαρχία του Θεού και τα λόγια Του; Σε σύγκριση με εκείνους που δεν πιστεύουν καθόλου στην ύπαρξη του Θεού ούτε την αναγνωρίζουν καθόλου ή που την αμφισβητούν, δυσκολεύονται λιγότερο; (Ναι.) Ακόμα κι αν τους παρεμποδίζουν οι διεφθαρμένες τους διαθέσεις, τουλάχιστον η στάση τους απέναντι στα λόγια του Θεού και την αλήθεια βασίζεται στο ότι πιστεύουν ακλόνητα, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι ο Θεός είναι ο Κυρίαρχος της ανθρωπότητας. Δηλαδή, όταν ο Θεός τούς δοκιμάζει ή τους παιδεύει και τους κρίνει, πρώτον, δεν αρνούνται τουλάχιστον την ύπαρξη του Θεού· δεύτερον, δεν αμφισβητούν την κυριαρχία του Θεού· και τρίτον, δεν απορρίπτουν την κυριαρχία του Θεού. Αντίθετα, επικεντρώνονται απλώς στο να διορθώσουν τις δικές τους διεφθαρμένες διαθέσεις. Αυτή η κατάσταση είναι διαφορετική από των ανθρώπων που δεν πιστεύουν καθόλου στην ύπαρξη του Θεού ή αντιμετωπίζουν τον Θεό με σκεπτικισμό. Όσο για εκείνους που δεν πιστεύουν καθόλου στην ύπαρξη του Θεού, όταν έρχονται αντιμέτωποι με την παίδευση και την κρίση του Θεού ή όταν ο Θεός διαμορφώνει περιβάλλοντα για να τους πειθαρχήσει, πρώτα απ’ όλα νιώθουν αντίσταση απέναντι στον Θεό. Αρνούνται την ύπαρξη του Θεού, λέγοντας: «Αυτό δεν το έκανε ο θεός· ο θεός δεν θα ενεργούσε ποτέ έτσι!» ή «Πού είναι ο θεός; Αυτό το έχουν κάνει άνθρωποι!» Εμφανίζουν συμπεριφορές και κάνουν δηλώσεις που είναι χαρακτηριστικές των δύσπιστων. Εν τω μεταξύ, αυτοί που αντιμετωπίζουν τον Θεό με σκεπτικισμό αναρωτιούνται συνεχώς: «Το έκανε ο Θεός αυτό; Δεν πιστεύω με τίποτα ότι ο Θεός θα ενεργούσε έτσι. Ο Θεός αγαπάει και νοιάζεται τους ανθρώπους· θα ασκούσε έτσι την κυριαρχία Του; Δεν νομίζω ότι θα το έκανε. Εν πάση περιπτώσει, δεν θέλω να το αποδεχτώ αυτό· αν κάτι δεν συνάδει με τις αντιλήψεις μου, δεν το αποδέχομαι!» Βλέπεις, οι στάσεις αυτών των δύο ειδών ανθρώπων απέναντι στην παίδευση και την κρίση του Θεού, στην πειθαρχία και στις δοκιμασίες, είναι διαφορετικές. Όσο για κείνους που διαθέτουν στην ανθρώπινη φύση τους τις ιδιότητες της συνείδησης και της λογικής, και πιστεύουν πραγματικά στην ύπαρξη του Θεού, όταν ο Θεός διαμορφώνει περιβάλλοντα για να τους δοκιμάσει, πρώτα απ’ όλα εκείνοι μεταχειρίζονται τα περιβάλλοντα που έχει κανονίσει ο Θεός από την οπτική της δημιουργημένης ανθρωπότητας. Μεταχειρίζονται τον Δημιουργό και Θεό με μια στάση υποταγής στην καρδιά τους. Η στάση τους δεν είναι αμφισβήτηση, απόρριψη ή άρνηση· αντίθετα, πιστεύουν το εξής: «Αυτό το έχει κάνει ο Θεός· βρίσκεται υπό την κυριαρχία του Θεού». Αν και μπορεί να αναπτύξουν, επίσης, επαναστατικότητα και αντιλήψεις, και να προσπαθήσουν να επιχειρηματολογήσουν, τουλάχιστον η στάση τους απέναντι στο περιβάλλον είναι η εξής: «Αυτό το έχει κάνει ο Θεός· ο Θεός έχει την κυριαρχία επί των πάντων». Επιπλέον, τουλάχιστον, δεν θα αμφισβητήσουν το αν ο Θεός υπάρχει πραγματικά. Κάτι τέτοιο, πολύ απλά, δεν πρόκειται να συμβεί. Επομένως, ανεξάρτητα από το έργο που κάνει ο Θεός πάνω τους, η στάση τους απέναντι στον Θεό είναι αυτή ενός δημιουργημένου ανθρώπου απέναντι στον Θεό και όχι απέναντι σ’ έναν συνηθισμένο άνθρωπο. Δεν έχουν διαφορετική στάση απέναντι στον Θεό οι άνθρωποι που έχουν συνείδηση και λογική σε σχέση με τους δύσπιστους και τους ανθρώπους που αμφιβάλλουν γι’ Αυτόν; (Ναι.)
Οι δύσπιστοι μεταχειρίζονται τον Θεό σαν αέρα κοπανιστό, ενώ Τον μεταχειρίζονται μέχρι και ως συνηθισμένο άνθρωπο που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με αυτούς. Όσοι αμφιβάλλουν για τον Θεό, όταν δεν τους συμβαίνει τίποτα, έχουν κενές και ασαφείς φαντασιοκοπίες για Εκείνον· όταν, όμως, συναντούν προβλήματα, τρέφουν κάθε λογής υποψίες, αμφιβολίες, ακόμα και σκεπτικισμό απέναντι στον Θεό. Όσοι, απ’ την άλλη, διαθέτουν συνείδηση και λογική, επειδή είναι βέβαιοι κατά βάθος ότι ο Θεός υπάρχει και είναι βέβαιοι για την ταυτότητα και την ουσία του Θεού, ανεξάρτητα από την επαναστατικότητα ή τις αντιλήψεις που μπορεί να αναπτύξουν απέναντι στον Θεό, τουλάχιστον Τον μεταχειρίζονται με τη στάση που πρέπει να έχει ένα δημιουργημένο ον απέναντι στον Δημιουργό. Είναι μεγάλη η διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους αυτού του είδους και στους ανθρώπους των δύο προηγούμενων ειδών; (Ναι.) Αυτοί δεν θα αντιμετωπίζουν τον Θεό με σκεπτικισμό ούτε θα μεταχειρίζονται τον Θεό ως έναν συνηθισμένο άνθρωπο. Για ποιον λόγο μιλάμε γι’ αυτήν τη διαφορά; Επειδή, για έναν άνθρωπο που έχει ανθρώπινη φύση, όποιες διεφθαρμένες διαθέσεις κι αν τυχόν αποκαλύψει και ασχέτως του αν αναπτύξει αντιλήψεις ή επαναστατικότητα απέναντι στον Θεό, όλα αυτά συμβαίνουν μέσα στο πλαίσιο της συνείδησης και της λογικής της ανθρώπινης φύσης του. Πρώτον, δεν πρόκειται να καταραστεί τον Θεό· δεύτερον, δεν πρόκειται να κρίνει τον Θεό ούτε να βλασφημήσει τον Θεό· και τρίτον, δεν πρόκειται να αντισταθεί στο έργο που κάνει ο Θεός πάνω του. Το πολύ-πολύ, μπορεί να προσπαθήσει να επιχειρηματολογήσει, ή να μην είναι πρόθυμος να αποδεχτεί την υπάρχουσα κατάσταση, ή να μην είναι πρόθυμος να αποδεχτεί ένα τέτοιο έργο του Θεού. Αλλά, τουλάχιστον, μεταχειρίζεται τον Θεό ως Θεό και, ακόμα κι αν παρουσιάζει κάποιες εκδηλώσεις επαναστατικότητας, αυτές περιορίζονται στο πλαίσιο της συνείδησης και της λογικής. Αντίθετα, οι άνθρωποι που αρνούνται τον Θεό δεν έχουν καμία επίγνωση σχετικά με το αν ο Θεός υπάρχει όταν δεν βρίσκονται αντιμέτωποι με περιστάσεις. Όταν έρχονται πράγματι αντιμέτωποι με κάποια περίσταση, ωστόσο, πιστεύουν ότι ο Θεός τούς έχει κάνει κάτι δυσμενές —ίσως τους πειθαρχεί ή τους στερεί κάτι για να ζημιωθούν ως προς κάποια προσωπικά συμφέροντα— και χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό κρίνουν τον Θεό, Τον καταριούνται και Τον βλασφημούν μέσα στην καρδιά τους, χωρίς να έχουν ίχνος θεοφοβούμενης καρδιάς. Η στάση τους απέναντι στον Θεό είναι διαφορετική από τη στάση των ανθρώπων που διαθέτουν συνείδηση και λογική. Τολμάνε να καταραστούν τον Θεό, και αυτή η κατάρα δεν είναι απλώς επαναστατικότητα· καταριούνται τον Θεό χωρίς τίποτε να τους συγκρατεί ή να τους κρατάει πίσω. Γιατί δεν ασκούν αυτοσυγκράτηση και δεν κρατιούνται με τίποτα; Επειδή δεν είναι ανθρώπινα όντα και δεν έχουν συνείδηση ούτε λογική· μεταχειρίζονται τον Θεό λες και είναι ο πιο συνηθισμένος άνθρωπος που υπάρχει. Κι αν τα λόγια του Θεού θίγουν τα προβλήματά τους, μεταχειρίζονται τον Θεό ως εχθρό, καθώς σκέφτονται: «Αν τα λόγια σου είναι δυσμενή για μένα, θα θυμώσω και θα σου αντεπιτεθώ! Εφόσον τα λόγια και οι πράξεις σου δεν αφορούν εμένα, δεν θα έχω θέμα μαζί σου. Αν συμβεί κάτι που θα βλάψει τα συμφέροντά μου ή αν είναι να συλληφθώ, τότε θα αρνηθώ και θα απορρίψω τον θεό στη στιγμή!» Θα πουν, επίσης, μέσα στην καρδιά τους: «Είναι ανούσιο να πιστεύουμε στον θεό —πρέπει ακόμα να υποφέρουμε δίωξη και καταπίεση. Εγώ προσωπικά δεν θα υπομείνω αυτήν τη κακουχία!» Βλέπεις, ανά πάσα στιγμή τρέφουν σκέψεις να παρατήσουν την πίστη τους στον Θεό και να Τον απαρνηθούν. Όταν τους συμβαίνουν πράγματα που δεν πάνε όπως εκείνοι επιθυμούν, έχουν αυτές τις σκέψεις και θέλουν να απομακρυνθούν από τον Θεό. Αυτή είναι η πιο κοινή κατάσταση των διαβόλων και των δύσπιστων. Μόλις αυτοί οι άνθρωποι συναντήσουν πράγματα που είναι δυσμενή για τους ίδιους, θέλουν να αρνηθούν τον Θεό, να σταματήσουν να πιστεύουν στον Θεό, να απορρίψουν το όνομά Του και να το βάλουν στα πόδια. Όχι μόνο απαρνιούνται το όνομα του Θεού, αλλά και παραπονιούνται ότι ο Θεός δεν μπορεί να τους προστατεύσει ούτε να διαφυλάξει τα συμφέροντά τους. Κάποιοι λένε μάλιστα: «Υπάρχει στ’ αλήθεια ο Θεός; Μπορεί στ’ αλήθεια να έχει κυριαρχία επί των πάντων;» Κι άλλοι λένε: «Δεν είναι εύκολη η υπηρεσία προς τον Θεό· το να είσαι κοντά σε έναν βασιλιά είναι εξίσου επικίνδυνο με το να ξαπλώνεις με μια τίγρη!» Βλέπεις, τολμούν να λένε πράγματα εξωφρενικά επαναστατικά. Αν μεταχειρίζεσαι στ’ αλήθεια τον Θεό ως Θεό και πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι υπάρχει Θεός, εξετάζοντάς το από την άποψη της συνείδησης και της λογικής ενός κανονικού ανθρώπου, θα έκρινες τον Θεό και θα Τον βλασφημούσες έτσι όταν συναντούσες πράγματα που ήταν δυσμενή για σένα; Δεν θα το έκανες, γιατί η συνείδησή σου απλούστατα δεν θα το επέτρεπε, κι έτσι δεν θα ανέπτυσσες καν τέτοιες σκέψεις. Τότε, θα έλεγες ακόμα τέτοια πράγματα; Ποτέ δεν θα έβγαιναν τέτοια λόγια απ’ το στόμα σου. Όταν αυτοί οι διάβολοι και οι δύσπιστοι συναντούν πράγματα που είναι δυσμενή γι’ αυτούς, καταριούνται και βλασφημούν τον Θεό, και τελικά Τον απαρνιούνται και σταματούν να πιστεύουν. Υπάρχουν, επίσης, κάποιοι άνθρωποι που, όταν συναντούν πράγματα που δεν πάνε όπως εκείνοι επιθυμούν, διαμαρτύρονται με το να κάνουν απεργία, να παρατούν το έργο τους και να αρνούνται να κάνουν τα καθήκοντά τους. Ήταν κάποτε ένας δύσπιστος που διέπραξε κακό και προκάλεσε σοβαρές απώλειες στον οίκο του Θεού. Ο οίκος του Θεού τον απάλλαξε από τα καθήκοντά του και, όταν τοποθετήθηκε σε μια συνηθισμένη εκκλησία, εκείνος αρνήθηκε λέγοντας: «Αν με τοποθετήσετε σε μια συνηθισμένη εκκλησία, δεν πρόκειται να φάω. Θα πεθάνω εδώ πέρα!» Τότε, κάποιοι αδελφοί και αδελφές τον κλάδεψαν και συναναστράφηκαν μαζί του. Εγώ είπα: «Δεν είναι ανοησία να πέφτεις στο επίπεδο ενός τέτοιου ανθρώπου; Ένας διάβολος δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο. Γιατί, λοιπόν, τον παίρνεις τόσο σοβαρά;» Αν ήταν άνθρωπος, θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο; Σε ποιον εναντιώνεται; Πέρα από το γεγονός ότι διέπραξε τόσο κακό και προκάλεσε τόσο σοβαρές απώλειες στον οίκο του Θεού —περίπτωση στην οποία είναι απολύτως δικαιολογημένο και σωστό να τον χειριστεί ο οίκος του Θεού— ακόμα κι αν δεν είχε διαπράξει κανένα κακό, δεν θα ήταν και τότε σωστό ο οίκος του Θεού να τον απαλλάξει από τα καθήκοντά του επειδή ήταν ανίκανος να κάνει το έργο; Έτσι ενεργεί κανείς σύμφωνα με τις αρχές. Τι ξεδιάντροπο κόλπο προσπαθούσε, λοιπόν, να σκαρώσει; Καθώς προσπαθούσε να σκαρώσει αυτό το ξεδιάντροπο κόλπο, αποκαλύφθηκε, κι αυτός ήταν ένας ακόμα λόγος για να εκδιωχθεί. Ας πάει όπου θέλει· η εκκλησία απλώς πρέπει να διαγράψει το όνομά του και τέλος. Ένας διάβολος είναι· γιατί, λοιπόν, τον παίρνεις τόσο σοβαρά; Είναι ηλίθιο να τον παίρνεις σοβαρά· μπορείς να προβάλλεις επιχειρήματα σ’ έναν διάβολο; Αυτός ο δύσπιστος δεν έχει ούτε συνείδηση ούτε λογική, κάνει κάθε λογής βρομερά πράγματα και προσπαθεί να κάνει ξεδιάντροπα κόλπα, νομίζοντας ότι, αν το κάνει αυτό, ο οίκος του Θεού δεν θα μπορέσει να αντιδράσει. Ένα τέτοιο άτομο είναι εύκολο να το χειριστείς· απλώς διώξ’ το και τέλος —μάτια που δεν βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται. Δεν είναι ανοησία να μεταχειρίζεσαι έναν δύσπιστο που είναι διάβολος σαν κανονικό άνθρωπο; Ένας διάβολος δεν αποδέχεται την αλήθεια ούτε στο ελάχιστο και, ό,τι κι αν πιστεύει, δεν πρόκειται να αποκτήσει την αλήθεια. Αν συναναστραφείς μαζί του πάνω στην αλήθεια, δεν είναι άδικος κόπος; Αν θέλεις να καθαρθεί και να σωθεί, είναι αδύνατο. Δεν είναι παρά ένας διάβολος που δείχνει το αληθινό του πρόσωπο και πρέπει να αποπεμφθεί. Αυτός θα πρέπει να είναι ο χειρισμός για τους δύσπιστους.
Αυτοί οι μπερδεμένοι άνθρωποι, που ανήκουν στην ταξινόμηση των ζώων, δεν αναγνωρίζουν τον Θεό από τα βάθη της καρδιάς τους ούτε Τον μεταχειρίζονται ως Θεό, ούτε δείχνουν σεβασμό στη σάρκα του Θεού ούτε έχουν φόβο του Θεού που βρίσκεται στον ουρανό· γι’ αυτούς, το μόνο που έχει σημασία είναι το προσωπικό κέρδος. Αν σήμερα λάβουν ευλογίες οι οποίες είναι ωφέλιμες για τους ίδιους, λένε: «Ο θεός είναι καλός, ο θεός είναι μέγας, ο θεός είναι δίκαιος, ο θεός είναι ευγενής!» Αν, όμως, μια μέρα ο Θεός τούς στερήσει τα οφέλη τους και τους κάνει να υποφέρουν, θα αρνηθούν και θα προδώσουν τον Θεό, λέγοντας μέχρι κι αυτό: «Δεν είναι αναγκαστικά αλήθεια ότι ο θεός είναι μόνο καλός· δεν πιστεύω πια στον θεό!» Αν ο οίκος του Θεού μοιράσει κάποια οφέλη και τους επιτρέψει να κερδίσουν κάτι χωρίς πληρωμή, χαίρονται και λένε: «Ο θεός αγαπάει τόσο πολύ τους ανθρώπους, ο θεός είναι τόσο αξιαγάπητος! Εξυμνώ τον θεό στην καρδιά μου!» Χαίρονται τόσο πολύ που πηδάνε από τη χαρά τους, και μπορεί ακόμα και να ξυπνήσουν απ’ τα όνειρά τους τη νύχτα μες στα γέλια. Αν τους πει κάποιος ότι δεν είναι πια χωρίς πληρωμή, αλλάζουν αμέσως στάση και στενοχωριούνται. Δεν λένε πια ότι ο Θεός είναι αξιαγάπητος ούτε ότι ο Θεός νοιάζεται για τους ανθρώπους, αλλά αντίθετα προβαίνουν στην κρίση ότι στον οίκο του Θεού επικρατεί μεγάλη τσιγκουνιά και δεν υπάρχει αγάπη· το ύφος τους αλλάζει τόσο γρήγορα. Έχουν μήπως τέτοιοι άνθρωποι συνείδηση και ορθολογισμό; (Όχι.) Οι άνθρωποι που δεν έχουν συνείδηση και λογική δεν έχουν αίσθημα ντροπής. Όταν λαμβάνουν οφέλη, λένε ότι ο Θεός είναι καλός· όταν δεν μπορούν να λάβουν οφέλη, αλλάζουν στάση και λένε: «Ο θεός δεν είναι καλός, δεν υπάρχει θεός». Είναι στ’ αλήθεια ικανοί να πουν τέτοια πράγματα. Φάσκουν και αντιφάσκουν, λες και έχουν διχασμένη προσωπικότητα. Αυτοί είναι που λένε ότι ο Θεός είναι καλός και, επίσης, αυτοί είναι που λένε ότι ο Θεός δεν είναι καλός. Σε τι βασίζονται τα λόγια τους; Βασίζονται αποκλειστικά στο αν έχουν να κερδίσουν κάτι οι ίδιοι· αν δεν έχουν να κερδίσουν κάτι, λένε ότι ο Θεός δεν είναι καλός —είναι στ’ αλήθεια ικανοί να πουν τέτοια πράγματα. Γενικά, αν πει τέτοια πράγματα κάποιος που έχει συνείδηση και λογική, θα νιώσει ενοχές μέσα του: «Αχ, δεν έχω συνείδηση. Αυτό που μόλις είπα δεν ήταν σωστό. Δεν πρέπει να το ξαναπώ από δω και πέρα. Μόλις πεις κάτι, δεν μπορείς να το πάρεις πίσω· καθώς το είπα αυτό, αποκαλύφθηκε η ανθρώπινη φύση μου». Τότε, θα κάνουν αυτοκριτική και θα γνωρίσουν τον εαυτό τους. Οι άνθρωποι που έχουν μετενσαρκωθεί από ζώα δεν πρόκειται να κάνουν αυτοκριτική και δεν πρόκειται να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Πιστεύουν πως δικαιολογούνται ό,τι κι αν πουν. Λένε ένα πράγμα όταν είναι χαρούμενοι και άλλο όταν είναι δυστυχισμένοι. Δεν έχουν αίσθημα ντροπής ούτε ακεραιότητα ή αξιοπρέπεια, και δεν τους νοιάζει πώς τους βλέπουν οι άλλοι. Άραγε, λοιπόν, έχουν πραγματικά τον Θεό στην καρδιά τους; Για να είμαστε ακριβείς, δεν Τον έχουν. Αντικειμενικά μιλώντας, όταν χρειάζονται τον Θεό, λένε ότι ο Θεός υπάρχει, ότι ο Θεός είναι μαζί τους, ότι ο Θεός τούς παραχωρεί χάρη και τους βοηθάει, και ότι ο Θεός τούς προσέχει και τους προστατεύει. Ωστόσο, όταν ο Θεός τούς επιπλήττει και τους πειθαρχεί, κάνοντάς τους να χάσουν την υπόληψή τους και να νιώσουν ντροπή, και νιώθουν πως αυτό που κάνει ο Θεός είναι δυσμενές για τους ίδιους, λένε ότι ο Θεός δεν είναι καλός και αρχίζουν να Τον αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό. Πείτε Μου, τι συνείδηση και λογική έχουν τέτοιοι άνθρωποι; Μεταχειρίζονται τον Θεό ακριβώς όπως μεταχειρίζονται τους ανθρώπους, χωρίς να τηρούν το παραμικρό όριο της συνείδησης. Τολμούν μάλιστα να λογομαχούν και να προβάλλουν επιχειρήματα στον Θεό, και τολμούν να Του εξαπολύουν ύβρεις, χωρίς τον παραμικρό τρόμο ή φόβο Θεού. Μετά, το μετανιώνουν: «Αχ, απογοήτευσα τον Θεό!» Αλλά όταν τους συμβαίνουν ξανά τέτοια πράγματα, συνεχίζουν να ενεργούν με τον ίδιο τρόπο. Δεν πρόκειται να έχουν ποτέ αληθινό φόβο Θεού στην καρδιά τους· ο Θεός δεν έχει θέση στην καρδιά τους. Ωστόσο, κάποιος που πραγματικά έχει συνείδηση και λογική έχει μια σταθερή θέση για τον Θεό στην καρδιά του, κι αυτή η σταθερή θέση τον κάνει πιο ειλικρινή, πιο σοβαρό και πιο σεβαστικό απέναντι στον Θεό απ’ ότι απέναντι σε οποιονδήποτε άλλο. Αυτή η ειλικρίνεια, η σοβαρότητα και ο σεβασμός συγκροτούν τη στάση του απέναντι στον Θεό, χάρη στην επίδραση της στοιχειώδους συνείδησης και λογικής που έχει. Έτσι, ανά πάσα στιγμή, είτε είναι αδύναμος ή αρνητικός, είτε έχει αποτύχει είτε έχει πειθαρχηθεί, δεν πρόκειται να υπερβεί αυτό το όριο. Όσο μεγάλες κι αν είναι οι δυσκολίες που συναντά ή όσο πόνο κι αν υπομείνει, δεν πρόκειται να ξεπεράσει αυτό το όριο, επειδή είναι ένα αληθινό ανθρώπινο όν. Πιστεύει ότι ο Θεός υπάρχει και ότι έχει την κυριαρχία επί της μοίρας των ανθρώπων, οπότε δεν πρόκειται να ξεπεράσει το όριο της συνείδησης και να διαπράξει προσβολή κατά του Θεού ούτε, σκόπιμα, να καταραστεί τον Θεό, να αντισταθεί στον Θεό ή να επαναστατήσει ενάντια στον Θεό έχοντας πλήρη επίγνωση των πράξεών του. Το γεγονός ότι αποφεύγει να το κάνει αυτό σκόπιμα σημαίνει ότι συγκρατείται από τη συνείδηση και τη λογική του. Φυσικά, υπό την επίδραση της συνείδησης και της λογικής του, μπορεί επίσης να κάνει κάποια πράγματα που θα έπρεπε να κάνει κάποιος που έχει κανονική ανθρώπινη φύση. Για παράδειγμα, όποιο έργο κι αν κάνει ο Θεός ή όποια λόγια τα οποία δεν συνάδουν με τις αντιλήψεις του κι αν λέει, αυτός ο άνθρωπος δεν πρόκειται να κρίνει ούτε να σχολιάσει σκοπίμως. Μπορεί να μεταχειριστεί σωστά αυτά τα πράγματα ή να αναζητήσει την αλήθεια για να διορθώσει τις δικές του αντιλήψεις· διαθέτει ένα στοιχειώδες όριο στο υποσυνείδητό του. Επειδή πιστεύει ότι υπάρχει ο Θεός, θα κάνει αυτούς τους στοχασμούς λόγω της επίδρασης της συνείδησης και της λογικής του. Αφότου στοχαστεί, θα έχει μια στοιχειώδη στάση και κάποιες στοιχειώδεις αρχές για το πώς να μεταχειρίζεται τον Θεό. Μόνο με βάση αυτές τις στοιχειώδεις αρχές μπορούν οι άνθρωποι να διατηρήσουν τη σχέση τους με τον Θεό ως τη σχέση ενός δημιουργημένου όντος με τον Δημιουργό, διατηρώντας μια τέτοια σωστή, κανονική και κατάλληλη σχέση. Μόνο με αυτήν τη σχέση μπορούν οι άνθρωποι να αποδεχτούν κανονικά τα λόγια του Θεού, και να υποταχθούν σ’ αυτά και να τα κάνουν πράξη κανονικά. Πείτε Μου, μπορούν οι άνθρωποι που καταριούνται συχνά τον Θεό, οι άνθρωποι που με το παραμικρό θέλουν να σταματήσουν να πιστεύουν στον Θεό, και οι άνθρωποι που παραπονιούνται για τον Θεό και Τον μισούν έτσι απλά, να αποδεχτούν τα λόγια του Θεού; Μπορούν να κάνουν πράξη τα λόγια του Θεού; (Όχι.) Η στάση που έχουν αυτοί οι άνθρωποι απέναντι στον Θεό είναι η στάση που έχουν οι διάβολοι απέναντι στον Θεό. Εφόσον οι διάβολοι έχουν μια τέτοια στάση απέναντι στον Θεό, μπορούν να μεταχειριστούν τα λόγια του Θεού ως την αλήθεια; Ποτέ. Μόνο οι δημιουργημένοι άνθρωποι μπορούν να μεταχειριστούν τα λόγια του Θεού ως την αλήθεια. Μόνο με το να μεταχειρίζονται τα λόγια του Θεού ως την αλήθεια μπορούν οι άνθρωποι να είναι πρόθυμοι να τα αποδεχτούν, και στη συνέχεια να υποταχθούν σ’ αυτά, να τα κάνουν πράξη και να εισέλθουν σ’ αυτά, και τελικά να καθαρθούν και να σωθούν.
Όποιος διαθέτει στην ανθρώπινη φύση του τις ιδιότητες της συνείδησης και της λογικής έχει μια στοιχειώδη αρχή στον τρόπο με τον οποίο μεταχειρίζεται τον Θεό, η οποία είναι να έχει την πρόθεση να υποταχθεί. Ό,τι κι αν του συμβεί, δεν πρόκειται ποτέ να προβεί αυθαίρετα σε κρίση, αλλά θα προσευχηθεί στον Θεό και θα αναζητήσει την αλήθεια· αυτή είναι η εκδήλωση που πρέπει να έχει ένας κανονικός άνθρωπος. Αν οι εκδηλώσεις ενός ανθρώπου συμμορφώνονται με τη συνείδηση και τη λογική της κανονικής ανθρώπινης φύσης ή αν εκείνος ρυθμίζεται, συγκρατείται και ελέγχεται από τη συνείδηση και τη λογική, τότε αυτός ο άνθρωπος είναι ένα αληθινό ανθρώπινο ον και είναι κάποιος τον οποίο ο Θεός έχει την πρόθεση να σώσει. Αν ενεργεί χωρίς να ρυθμίζεται, πόσο μάλλον χωρίς να συγκρατείται από τη συνείδηση και τη λογική, και είναι μπερδεμένος, αν θέλει να έχει καλή στάση απέναντι στον Θεό αλλά δεν μπορεί ποτέ να το κάνει και δεν ξέρει ακριβώς πώς πρέπει να μεταχειριστεί τον Θεό ούτε γνωρίζει ποιες αρχές πρέπει να τηρούν οι άνθρωποι ενώπιον του Θεού για να είναι σωστοί —αν δεν ξέρει τίποτα απ’ όλα αυτά, αλλά είναι απλώς μπερδεμένος και σε σύγχυση, κι ενεργεί με καλό τρόπο όταν βρίσκεται ανάμεσα σε καλούς ανθρώπους και με κακό τρόπο όταν βρίσκεται ανάμεσα σε κακούς ανθρώπους, τότε τι είδους άνθρωπος είναι; Όταν βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν συνείδηση και λογική, δεν κάνει κακά πράγματα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχει ανθρώπινη φύση. Αν βρίσκεται ανάμεσα σε κακούς ανθρώπους, θα κάνει κακά πράγματα. Όταν οι κακοί άνθρωποι καταριούνται τον Θεό, αρχίζει κι αυτός να αντιμετωπίζει τον Θεό με σκεπτικισμό· όταν οι κακοί άνθρωποι αρνούνται και κρίνουν τον Θεό, αυτός δεν αηδιάζει, δεν ασκεί την παραμικρή διάκριση και συνεχίζει να έχει επαφές με τους κακούς ανθρώπους όπως και πριν. Ποτέ δεν διαφυλάττει το έργο του οίκου του Θεού, τη μαρτυρία του Θεού ή τα συμφέροντα της εκκλησίας, αλλά ενεργεί ως απλός θεατής, χωρίς καν να γνωρίζει τι είναι ορθό και τι εσφαλμένο. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ένας από εκείνους που έχουν μετενσαρκωθεί από ζώο· δεν είναι σε καμία περίπτωση ανθρώπινο ον. Αντίθετα, ένας άνθρωπος που έχει συνείδηση και λογική, προτού συναντήσει το έργο του Θεού, έχει έναν στοιχειώδη σεβασμό, τρόμο ή ευλάβεια προς τον Ουρανό, τα οποία μπορούν να επιτύχουν οι άνθρωποι. Αν μη τι άλλο, ο Ουρανός στα μάτια του είναι ιερός, δίκαιος και μεγαλειώδης. Αφότου αποδεχτεί το έργο του Θεού και κατανοήσει μερικές αλήθειες που απαιτεί ο Θεός να διαθέτουν οι άνθρωποι, χάρη στην επίδραση της συνείδησης και της λογικής του, ακόμα κι αν δεν κατανοεί τόσο πολλές αλήθειες, μπορεί να καταλάβει ποια λογική και ποια στάση πρέπει να έχει ο άνθρωπος απέναντι στον Θεό. Είτε πρόκειται για την ταυτότητα του Θεού είτε για τις διάφορες πτυχές της σάρκας Του, θα έχει σε έναν βαθμό σεβασμό, ευλάβεια και τρόμο. Ακόμα καλύτερα, με βάση το ότι κατανοεί μερικές αλήθειες, μπορεί να διαθέτει φόβο Θεού. Δεν μεταχειρίζεται τον Θεό χαλαρά, αδιάφορα, αυθαίρετα ή χωρίς ευλάβεια, αλλά Τον μεταχειρίζεται με μεγάλη προσοχή και σύνεση. Ειδικά σε ό,τι αφορά το έργο του Θεού, τη μαρτυρία Του, το όνομά Του, την ταυτότητα και τη θέση Του, αλλά και τις προσφορές Του, καθώς και τα λόγια του Θεού, τις απαιτήσεις Του και μια συγκεκριμένη οδηγία από τον Θεό, είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και συνετός. Μεταχειρίζεται αυτά τα πράγματα με θεοφοβούμενη καρδιά και στάση σεβασμού. Δεν τα αντιμετωπίζει επιπόλαια ούτε κάνει τα πράγματα μηχανικά και ενεργεί για να κάνει επίδειξη, αλλά μπορεί να τα μεταχειρίζεται με σοβαρότητα, με ταπεινή καρδιά και στάση απέναντι σε όλα τα ορατά ή αόρατα πράγματα που αφορούν τον Θεό. Αυτή είναι η στάση που πρέπει να έχει προς τον Θεό, πάνω απ’ όλα τα άλλα, κάποιος που διαθέτει συνείδηση και λογική. Όταν δεν κατανοείς την αλήθεια, ίσως να μην έχεις μια πολύ ακριβή κατανόηση της λέξης «Θεός» ούτε κατανοείς την ταυτότητα και την ουσία του Θεού ή τη διάθεσή Του, αλλά έχεις ως έναν βαθμό σεβασμό και τρόμο για τον Ουρανό. Αφότου κατανοήσεις το έργο του Θεού, βιώσεις το έργο Του και αποδεχτείς τα λόγια Του, σε τι θα μετατραπούν η ευλάβεια και ο τρόμος σου προς τον Θεό; Θα μετατραπούν σε ειλικρίνεια, σοβαρότητα και φόβο, ή σε τρόμο και τρέμουλο· αυτή είναι η στάση που πρέπει να αναπτύξει απέναντι στον Θεό κάποιος που έχει τη συνείδηση και τη λογική της κανονικής ανθρώπινης φύσης. Αν κάποιος πιστεύει πολλά χρόνια στον Θεό, και ισχυρίζεται ότι πιστεύει στην ύπαρξή Του και αναγνωρίζει με τα λόγια την ύπαρξή Του, αλλά, λόγω της επίδρασης της συνείδησης και της λογικής, δεν έχει αναπτύξει ποτέ τη στάση που θα έπρεπε να έχει απέναντι στον Θεό, τότε είναι εύκολο να φανταστεί κανείς τι δεν έχει μέσα του αυτός ο άνθρωπος. Αν απλώς δεν έχει ειλικρίνεια και σοβαρότητα απέναντι στον Θεό, αλλά δεν παύει να διαθέτει λίγο τρόμο και φόβο Θεού, τότε μπορεί κανείς να πει μόνο ότι αυτός ο άνθρωπος δεν είναι και πολύ καλός· ναι μεν είναι άνθρωπος, αλλά δεν είναι πολύ καλός άνθρωπος. Ίσως να έχει μολυνθεί και επηρεαστεί πολύ σοβαρά από τις κακές τάσεις του Σατανά στην κοινωνία ή να έχει δηλητηριαστεί πολύ βαθιά και να έχει υποστεί πολύ σοβαρή πλύση εγκεφάλου. Παρ’ όλα αυτά, αν έχεις φόβο Θεού, τότε, τουλάχιστον, είσαι ακόμα άνθρωπος. Αν δεν έχεις την παραμικρή ειλικρίνεια ή τον παραμικρό τρόμο απέναντι στον Θεό, και δεν έχεις ούτε τον παραμικρό φόβο Θεού, τότε μπορεί να ειπωθεί ότι δεν είσαι άνθρωπος· δεν αξίζεις να ονομάζεσαι άνθρωπος και δεν πληροίς τα πρότυπα για να είσαι άνθρωπος. Όσο για όλα τα ορατά ή αόρατα πράγματα που αφορούν τον Θεό, αν τα μεταχειρίζεσαι απερίσκεπτα, αδιάφορα και πρόχειρα ή ακόμα και με άξεστο τρόπο και βαρβαρότητα, τότε δεν είσαι άνθρωπος. Κι αυτό γιατί στον τρόπο με τον οποίο μεταχειρίζεσαι τον Θεό δεν έχεις ούτε καν τη ρύθμιση και τη συγκράτηση της συνείδησης και της λογικής, πράγμα που αρκεί για να καταδείξει το πρόβλημα και για να χαρακτηρίσει κάποιον σαν εσένα ως μη ανθρώπινο. Όταν δεν πίστευες στον Θεό και δεν είχες έρθει στον οίκο του Θεού, το γεγονός ότι δεν είχες ξεκάθαρο σεβασμό ούτε σωστή στάση απέναντι στον Θεό δικαιολογούταν και δεν σου έγινε αυστηρή κρίση. Τώρα, όμως, που πιστεύεις στον Θεό, αν, κατά την περίοδο που ακολουθείς τον Θεό και αποδέχεσαι την παροχή των λόγων ζωής Του, ακόμα δεν μπορείς να αναπτύξεις ειλικρίνεια, σοβαρότητα και φόβο προς τον Θεό, και η στάση σου απέναντί Του παραμένει άξεστη και βάρβαρη —δηλαδή όχι μόνο δεν έχεις φόβο, αλλά και είσαι τόσο χαλαρός και αδιάφορος, ακριβώς όπως είναι η στάση του Σατανά απέναντι στον Θεό— τότε το μόνο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι κάποιος σαν εσένα δεν έχει συνείδηση ούτε λογική. Αν ένας τέτοιος άνθρωπος μεταχειρίζεται μάλιστα έτσι τον Θεό, χωρίς να συγκρατείται από τη συνείδηση και τη λογική, είναι ακόμα ανθρώπινο ον; Δεν είναι ανθρώπινο ον.
Πάνω σ’ αυτά θα συναναστραφούμε, λίγο-πολύ, όσον αφορά τις διάφορες πτυχές της ανθρώπινης συνείδησης και λογικής. Όποιες εκδηλώσεις της συνείδησης και της λογικής κι αν εξετάζουμε, όλες σχετίζονται με συγκεκριμένες ανθρώπινες σκέψεις, απόψεις και συμπεριφορές. Καμία από αυτές τις πτυχές δεν είναι κενή —κάποιες αφορούν το πώς να μεταχειρίζεται κανείς τους ανθρώπους, τα γεγονότα και τα πράγματα, άλλες αφορούν το πώς να προσεγγίζει κανείς τις φιλοσοφίες για τις κοσμικές αλληλεπιδράσεις και τις διάφορες πτυχές της ζωής, ενώ άλλες αφορούν το πώς να μεταχειρίζεται κανείς την αλήθεια και τον Θεό. Σε όποια πτυχή κι αν εστιάσετε, ένα κυρίαρχο γνώρισμα κάποιου που έχει συνείδηση και λογική είναι ότι η διαγωγή και οι πράξεις του συγκρατούνται και ελέγχονται από τη συνείδηση και τη λογική. Έχει περιορισμούς και όρια στις πράξεις του —αυτό είναι το χαρακτηριστικό του γνώρισμα. Μόνο με το να διαθέτει αυτό το γνώρισμα πληροί τη βασική προϋπόθεση για να φτάσει στη σωτηρία. Καταλαβαίνετε; (Ναι.) Υπάρχει κάτι που δεν καταλαβαίνετε; Όσον αφορά τις τρεις πτυχές πάνω στις οποίες συναναστραφήκαμε σήμερα —το ότι οι άνθρωποι που έχουν συνείδηση και λογική διαθέτουν αίσθημα ντροπής, είναι ικανοί να αναλογίζονται τη ζωή, και έχουν στοιχειώδη σεβασμό και τρόμο για τον Θεό— θεωρείτε ότι υπάρχει κάποια πτυχή την οποία δεν μπορείτε να αντιστοιχίσετε με τον εαυτό σας; Νιώθετε ότι κάποια από αυτές είναι κενή; (Όχι. Νιώθουμε ότι μπορούμε να τις αντιστοιχίσουμε όλες με τον εαυτό μας.) Τότε, ας ολοκληρώσουμε εδώ τη σημερινή μας συναναστροφή. Γεια σας!
1 Ιουνίου 2024